Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » Scientology was inevitable

Scientology was inevitable


The lesson of Lawrence Wright’s book, Going Clear

It’s easy to mock Scientology, but in its veneration of celebrity it is the perfect product of 20th-century America

by Hadley Freeman
Some dairy-devoted Americans smuggle hunks of unpasteurised cheese back into their country after holidays in hedonistic ol’ Europe. This American engaged in a similarly contraband importation when I returned to London on Monday from a trip to New York with a particular book in my suitcase. Going Clear: Scientology, Hollywood & the Prison of Belief by Lawrence Wright is one of the most keenly awaited books of the year, but those in the UK will continue to wait in vain for it (or fork out exorbitant shipping fees from US-based online booksellers) as, owing to Britain’s stiflingly archaic libel laws, Transworld, the book’s British publisher, announced earlier this month that «legal advice» had convinced it not to publish Wright’s study of the world’s most controversial religion. This is a real shame for anyone in this country who is interested, not just in free speech, but learning more about Scientology.
To the fun stuff first. The gossipy details in the book about the mentality and mendacity of Scientology’s founder, L Ron Hubbard, and the increasing weirdness of Hubbard’s most high-profile devotee, Tom Cruise, are certainly jaw-dropping. But they will not come as much of a surprise to those who have read Wright’s 2011 New Yorker article about Scientology and Vanity Fair’s recent damning piece about Cruise. Yet even if such stories aren’t wholly new, it still feels pretty mindblowing to have them reported by Wright: nearly every horror story you’ve heard about the violence and secrecy in the Scientology church, every bit of gossip about Cruise and his fellow Scientologist, John Travolta, are pretty much supported by Wright (if denied by the church) and, despite what the Scientology church has said, Wright – a New Yorker staff writer and Pulitzer prize winner – is about as credible as they come.
It is easy to mock a religion that is based on the teachings of a – as Wright describes him – priapic, violent, bigamist pulp-fiction writer who experienced his formative revelation while under anaesthetic during a dental operation, which is partly why so many people do. Similarly, it is easy to argue that Scientology’s beliefs are no whackier than those in other religions, although this argument underestimates the cruelty that is not just covered up by Scientology’s leaders (Roman Catholicism, after all, is no slouch in that department) but, according to Wright, condoned by them. But it was also the perfect product of its time and place, and continues to be so.
Scientology is a neat reflection of the worst aspects of American culture with its repulsive veneration of celebrity; its weird attitudes towards women, sex, healthcare and contraception; its promise of equality among its followers but actual crushing inequality (one of the more memorable claims in Wright’s book is how Scientology promises its followers access to the celebrity world yet is hierarchical to such an extent that when it was discovered Cruise and his then wife Nicole Kidman had a «fantasy of running through a field of wildflowers together», Scientology followers were instructed to «plant a section of the desert».)
Its history is at least in part the history of US counterculture: when Scientology officially began in 1950 with the publication of Dianetics, it emerged in an America fascinated with tales about outer space and increasingly concerned about psychiatry, which was going through a period of brutal experimentation. (Jon Ronson also describes some of the horrors of the mistakes and abuses conducted in the name of psychiatry in mid-century America in The Psychopath Test.) Yet there was a huge influx of patients in mental health wards at this time, partly, Wright suggests, due to the societal changes wrought by the cold war. This is the dark side to the story of the Greatest Generation, and it’s a side that produced Hubbard and opened up a window into Scientology. Hubbard promised cures to these patients in hours that were «superior to any produced by several years of psychoanalysis» (and that remains a very American trait: the promise of near instantaneous effects with minimal effort.)
By the 70s, Scientology was seen in Los Angeles – which is where its highest concentration of followers still live; it’s a city that has, perhaps unsurprisingly, produced many niche religions – as an expression of bohemian creativity. But by the 90s, America had a growing fear of cults, exacerbated by the disastrous Waco siege, which simultaneously underlined the danger of totalitarian religions but also the government’s ineptitude at handling them. This dual anxiety, Wright suggests, is what helped Scientology regain from the IRS its tax exemption status as a bona fide religion.
Hubbard had always been entranced by Hollywood but it was David Miscavige, the church’s current leader, who truly upped the celebrity ante, equating fame with a spiritual value and kowtowing to celebrities accordingly.
Recently, on a trip to LA, a friend and I walked across the street to check out the Scientology Celebrity Centre. An extremely polite woman, who had moved from Japan to work for the centre, walked us through the heavily airbrushed history of Hubbard and Scientology before giving us a personality test which would ascertain whether Scientology would be able to «help us». The questions ranged from the banal («Do other people interest you?») to the baffling («Do you chew the end of your pencil?») to the creepy («Could you agree to strict discipline?») But the most memorable part of the trip for me was the wall of photos of celebrities, as if the centre was one of those old New York delis, plastered with yellowing autographed photos of stars who have popped by for corned beef hash, so surely you want some, too? Scientology may not have many members, but it has an outsize presence due to wealth, fame and fear. It is, in its own dark ways, the inevitable religion to emerge from 20th-century America.
Δεν είναι λίγοι οι πατριώτες Αμερικανοί που όταν επιστρέφουν από τις διακοπές τους στην ηδονιστική γηραιά Ευρώπη, επιδίδονται σε λίγο λαθρεμπόριο, μεταφέροντας π.χ. στις αποσκευές τους μη παστεριωμένο τυρί. Έκανα κάτι παρόμοιο γυρνώντας στο Λονδίνο από ένα ταξίδι στην Νέα Υόρκη, φέρνοντας στην βαλίτσα μου ένα πολύ ξεχωριστό βιβλίο. Το «Ξεκάθαρα: η σαϊεντολογία, το Χόλυγουντ και η φυλακή της πίστης» του Lawrence Right. Η έκδοσή του αναμενόταν με ανυπομονησία στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, αν και στο Ηνωμένο Βασίλειο θα περιμένουμε για πολύ ακόμα πριν το δούμε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων (γλιτώνοντας τα εξωφρενικά μεταφορικά από την Αμερική) καθώς, λόγω των αρχαϊκών βρετανικών νόμων περί λιβελλογραφημάτων, ο εκδοτικός οίκος «τράνσγουορλντ» που έχει αποκτήσει τα δικαιώματα του βιβλίου στην Βρετανία, ανακοίνωσε νωρίτερα αυτό τον μήνα θα ακολουθήσει μια «νομική συμβουλή» που τον συμβούλευε να μην εκδώσει τελικά την μελέτη του Ράιτ για την πιο αμφιλεγόμενη θρησκεία στον κόσμο. Αυτό είναι ντροπή για όποιον στη χώρα μας ενδιαφέρεται όχι μόνο για την ελευθερία του λόγου, αλλά για να μάθει περισσότερα για την σαϊεντολογία.
Ας ξεκινήσουμε από την αστεία πλευρά του ζητήματος. Μένεις άφωνος μαθαίνοντας τις σκανδαλιστικές λεπτομέρειες για την νοοτροπία του μικροαπατεώνα ιδρυτή της σαϊεντολογίας L . Ron Hubbard, και την αυξανόμενη παράνοια του πιο διακεκριμένου οπαδού του Χάμπαρντ, του Tom Cruise. Αλλά αυτές δεν πρόκειται να εκπλήξουν όλους όσοι διάβασαν ήδη τα άρθρα του Ράιτ για την σαϊεντολογία το 2011 στον «Νιου Γιόρκερ» ή το πρόσφατο άρθρο του «βάνιτι φερ» για την αξιοθρήνητη κατάσταση του Τομ Κρουζ. Από την άλλη, ακόμα κι αν αυτές οι αφηγήσεις δεν είναι εντελώς νέες, είναι πράγματι εντυπωσιακό πως επιβεβαιώνονται από έναν τόσο σοβαρό συγγραφέα σαν τον Lawrence Right, που είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του «Νιου Γιόρκερ» και βραβευμένος με το «Πούλιτζερ»: όλες σχεδόν οι ιστορίες τρόμου που έχετε ακούσει περί άσκησης βίας και μυστικοπάθειας της εκκλησίας της σαϊεντολογίας, κάθε κουτσομπολιό για τον Cruise και τον ομοϊδεάτη του John Travolta, επιβεβαιώνονται όλα από τονLawrence Right (αν και διαψεύδονται από την ίδια την εκκλησία). Φυσικά, άλλη η αξιοπιστία του μεν, άλλη της δε.
Είναι εύκολο να αστειεύεται κανείς με μια θρησκεία που θεμελιώθηκε στην «διδασκαλία» ενός (κατά Lawrence Right) σεξομανή, βίαιου, δίγαμου συγγραφέα λαϊκών αστυνομικών διηγημάτων, που έλαβε την αρχική του «επιφοίτηση» ευρισκόμενος σε αναισθησία για μια οδοντιατρική επέμβαση. Είναι εξίσου εύκολο να ισχυρίζεται κανείς πως η σαϊεντολογία δεν διαφέρει από τις άλλες θρησκείες, αν και αυτό θα παραγνώριζε τις βιαιότητες που η ηγεσία της σαϊεντολογίας όχι απλώς κάλυψε (κάτι που δεν είναι άγνωστο ούτε στον ρωμαιοκαθολικισμό), αλλά που, σύμφωνα με τον Lawrence Right, συγχώρεσε.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η σαϊεντολογία ήταν -και συνεχίζει να είναι- το τέλειο προϊόν της εποχής και της γενέτειράς της. Η σαϊεντολογία αντανακλά με σαφήνεια τις χειρότερες πλευρές της αμερικανικής νοοτροπίας: την απεχθή της λατρεία προς την διασημότητα· την παράδοξη στάση της προς τις γυναίκες, το σεξ, την υγεία και την αντισύλληψη· την υπόσχεση για ισότητα μεταξύ των οπαδών της, που όμως συνδυάζεται με μια αυστηρότατη ιεραρχία -μια από τις πλέον εξωφρενικές αποκαλύψεις του Lawrence Right είναι πως όταν ο Κρουζ και η τότε σύζυγός του Nicole Kidman είχαν «την φαντασίωση να τρέχουν μαζί σε έναν αγρό γεμάτο λουλούδια», δόθηκε εντολή σε μέλη της σαϊεντολογίας «να φυτέψουν με λουλούδια ένα κομμάτι της ερήμου»).
Η ιστορία της σαϊεντολογίας είναι εν μέρει εκείνη της αμερικανικής αντικουλτούρας: όταν η σαϊεντολογία ξεκίνησε επισήμως την πορεία της, το 1950 με την έκδοση του βιβλίου «διανοητικές» η Αμερική ήταν συνεπαρμένη με ιστορίες για το διάστημα και πειραματιζόταν με την ψυχιατρική -συχνά με ολέθριο τρόπο, όπως έχει δείξει ο Jon Ronson στο βιβλίο του «το τεστ της ψυχοπάθειας», όπου περιγράφονται οι υπερβολές και τα λάθη που έγιναν στην χώρα αυτή στο όνομα της ψυχιατρικής στα μέσα του περασμένου αιώνα. Εκείνη την εποχή, οι δομές ψυχικής υγείας κατακλύζονταν από πρωτοφανείς αριθμούς ανθρώπων με ψυχικά προβλήματα, κάτι που ο Ράιτ εκτιμά πως εν πολλοίς οφειλόταν στις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές της εποχής μετά τον πόλεμο. Κι αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά της λεγόμενης «μέγιστης γενιάς» στην οποία ανήκε ο Χάμπαρντ και που γέννησε την σαϊεντολογία. Ο Χάμπαρντ υποσχέθηκε στους ψυχικά διαταραγμένους συμπατριώτες του θεραπεία «ανώτερη από αυτήν που παρέχει ακόμα και η πιο πολυετής ψυχοθεραπεία» (άλλο ένα τυπικά αμερικανικό χαρακτηριστικό: η αναζήτηση της στιγμιαίας επίλυσης των προβλημάτων, με όσο το δυνατό λιγότερη προσπάθεια).
Ως την δεκαετία του 1970, η σαϊεντολογία είχε γίνει διακριτή στο Λος ‘Αντζελες (όπου παρατηρείται ως σήμερα η μεγαλύτερη συγκέντρωση οπαδών της). Πρόκειται για μια πόλη που, μάλλον αναμενόμενα, υπήρξε η κοιτίδα πολλών περιθωριακών θρησκειών -μια ακόμα ένδειξη της μποέμικης δημιουργικότητας που την χαρακτηρίζει. Αλλά την δεκαετία του 1990, μετά μάλιστα από την καταστροφική εξέλιξη της πολιορκίας του Ουάκο, η Αμερική κατελήφθη από αυξανόμενη φοβία για τις σέκτες, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τους κινδύνους που αντιπροσώπευαν οι ολοκληρωτικές θρησκείες αλλά και την ανεπάρκεια του κράτους να τις χειριστεί. Σύμφωνα με τον Ράιτ, αυτή η διπλή αγωνία επέτρεψε στην σαϊεντολογία να αποκαταστήσει το δικαίωμα της απαλλαγής της από κάθε φορολόγηση, μιας και θεωρήθηκε από την πολιτεία μια «καλοπροαίρετη» θρησκεία («bona fide»).
Ο Χάμπαρντ ανέκαθεν σαγηνευόταν από το Χόλυγουντ, αλλά ήταν ο διάδοχός του στην κεφαλή της εκκλησίας και σημερινός της ηγέτης David Miscavige που κατόρθωσε να αναβαθμίσει πραγματικά το κύρος της σαϊεντολογίας στις διασημότητες. Για να συμβεί αυτό χρειάστηκε να θεωρηθεί η φήμη αυτοτελής πνευματική αρετή, διαμορφώνοντας σε νέες βάσεις τις σχέσεις της σαϊεντολογίας με τις διασημότητες.
Ευρισκόμενος πρόσφατα στο Λος ‘Αντζελες, μαζί με έναν φίλο κάναμε μια επίσκεψη στο τοπικό «κέντρο διασημοτήτων» της σαϊεντολογίας. Μας υποδέχθηκε μια άκρως ευγενική κυρία, που είχε μεταναστεύσει από την Ιαπωνία για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο κέντρο. Αφού μας ξενάγησε σε μια υπέρμετρα εξωραϊσμένη έκθεση της ιστορίας του Χάμπαρντ και της σαϊεντολογίας, μας έδωσε να συμπληρώσουμε ένα τεστ προσωπικότητας που θα καθόριζε αν η σαϊεντολογία μπορεί «να μας βοηθήσει». Οι ερωτήσεις ήταν από κοινότοπες («σας ενδιαφέρουν οι άλλοι άνθρωποι;») ως παράξενες («μασάτε τις άκρες των μολυβιών;») αλλά και ανατριχιαστικές («θα μπορούσατε να συμφωνήσετε στην τυφλή υπακοή;»). Αλλά όσον με αφορά, το πιο αξιομνημόνευτο αυτής της επίσκεψης ήταν ο τοίχος με τις φωτογραφίες των διασημοτήτων: λες κι ήμουν σε ένα από αυτά τα παλιά νεοϋορκέζικα μαγαζιά που οι τοίχοι τους είναι γεμάτοι από κιτρινισμένες φωτογραφίες και αυτόγραφα διασημοτήτων που κάποτε πέρασαν από εκεί για να πάρουν λίγο κορν μπιφ, αλήθεια, θέλετε κι εσείς λίγο;
Η σαϊεντολογία μπορεί να μην έχει πάρα πολλούς οπαδούς, αλλά έχει δυσανάλογη δημόσια παρουσία, που οφείλεται στον πλούτο, την φήμη και τον φόβο. Με τον δικό της, σκοτεινό τρόπο, είναι η θρησκεία που αναπόφευκτα θα γεννούσε η Αμερική του 20ού αιώνα.


Αρέσει σε %d bloggers: