Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » «Η πραγματικότητα της Πίστης. Σκέψεις για την σημασία της Πίστης στην Θεολογία του Αποστόλου Παύλου και την σύγχρονη εποχή»

«Η πραγματικότητα της Πίστης. Σκέψεις για την σημασία της Πίστης στην Θεολογία του Αποστόλου Παύλου και την σύγχρονη εποχή»

Άρθρα

Ο Michael Wolter Καθηγητής τής Καινής Διαθήκης  (Θεολογική Σχολή Πανεπιστημίου Βόννης)  αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ την Τρίτη 17 Μαΐου 2016 στις 7.00 μ.μ. στην Κεντρική Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημίου 30, όπου καί έδωσε  διάλεξη μέ το προαναφερθέν θέμα.

Διαφάνεια1

Ι.Ιεραποστολή καί μεταστροφή ώς βάση τής Παυλειας κατανόησης τής πίστης

1. Επιθυμώ νά αρχίσω τήν εισήγησή μου με τήν εξέταση τοΰ περιεχομένου τού βιβλικού στίχου

τής Α’ Πρός Θεσσαλονικείς επιστολής τοΰ Απ. Παύλου, 2:13, όπου καί σημειώνεται: «13 Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ ἀδιαλείπτως, ὅτι παραλαβόντες λόγον ἀκοῆς παρ’ ἡμῶν τοῦ Θεοῦ ἐδέξασθε οὐ λόγον ἀνθρώπων, ἀλλὰ, καθώς ἐστιν ἀληθῶς, λόγον Θεοῦ, ὃς καὶ ἐνεργεῖται ἐν ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν».

Τό κείμενο τοΰ βιβλικού στίχου αυτού περιέχει δύο σημαντικά στοιχεία γιά τό θέμα τήςείσηγήσεώς μας: καταρχάς ή χρήση τής μετοχής οί πιστεύοντες μέ οριστικό άρθρο καί χωρίς κάποιο κατηγορούμενο. Ό Aπ. Παύλος χρησιμοποιεί τήν έκφραση αυτή μέ σκοπό νά αναφερθεί στήν ομάδα τών αποκαλουμένων (σήμερα) «Χριστιανών», ομάδα γιά τήν οποία, όμως, αυτός ακόμη δέν έχει κάποιο όνομα. Εκτός τής χριστιανικής φιλολογίας δέν υπάρχει προηγούμενο γιά τήν χρήση τοΰ όρου οί πιστεύοντες ώς ονόματος μίας ομάδας.

Αύτή (ή ομάδα), ή οποία αποκαλείται άπό τόν Απόστολο ώς οί πιστεύοντες, είναι διαφορετική άπό τούς άλλους ανθρώπους, όχι λόγω τής πίστεως τών μελών της σέ
κάτι διαφορετικό από αυτό τό όποιο πιστεύουν οί άλλοι άνθρωποι, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι ή μόνη ομάδα, τής οποίας η ταυτότητα τών μελών καθορίζεται από τό γεγονός ότι αυτάπιστεύουν. ’Ενώ λοιπόν οί άνθρωποι οι όποιοι ανήκουν στήν ομάδα τών πιστών, έχουν ώς κοινή βάσηκαί διακριτικό στοιχείο έναντι των υπολοίπων τό γεγονός ότι πιστεύουν, όλοι οί όποιοι είναι εκτός,«γίνονται» άπιστοι. Δέν είναι ότι αυτοί πιστεύουν σέ κάτι άλλο, αλλά κυρίως τό ότι αυτοί δέν πιστεύουνκαθόλου.
Άλλες εκφράσεις οί οποίες αποτυπώνουν τά κοινά στοιχεία των Χριστιανών, δείχνουν προς τήν ίδια κατεύθυνση, όπως γιά παράδειγμα στό Γαλ. 6:10, όπου ό Απόστολος αναφέρεται σέ εκείνους «οί όποιοι ανήκουν στούς συγγενείς / τήν οικογένεια τής πίστης (στούς οικείους τής πίστεως )[i].

Αυτή ή αναφορά συμπεριλαμβάνει μία μεταφορά ή οποία αναφέρεται στήν κοινότητα τών χριστιανών, ώς μίας οικογένειας τής οποίας ή αλληλεγγύη μεταξύ τών μελών της εκφράζεται από τό γεγονός ότι ό καθένας ό όποιος ανήκει σέ αυτήν (τήν οικογένεια) πιστεύει. Άλλο παράδειγμα είναι τό Γαλ. 3: 7. 9, όπου «χριστιανοί» ονομάζονται οί εκ πίστεως [ii]. Ή έκφραση αυτή εναλλάσσεται μέ τό όνομα οί τού Χριστού [iii] . Καί αυτή ή έκφραση ανακαλύφθηκε από τόν Απ. Παύλο. Μέ αυτόν τόν τρόπο ό Απόστολος, γιά άλλη μιά φορά δημιουργεί μία διαχωριστική γραμμή: σέ όλες αυτές τις περιπτώσεις τό θέμα είναι νά δοθεί ένα τέτοιο χαρακτηριστικό όνομα, τό όποιο θά περιγράφει μία ανεξάρτητη ομάδα καί συγχρόνως θά διαχωρίζει τά μέλη τής ομάδας αυτής από τούς άλλους. Αυτό τό σημασιολογικό profile, τό όποιο ό Απόστολος προσδίδει στούς όρους πίστη καί πιστεύειν, είναι μοναδικό συγκριτικά μέ τήν μη-χριστιανική γλώσσα. Δέν υπάρχει άλλο σύνολο ή κοινότητα γιά τό όποιο θά μπορούσε κάποιος νά πει οτι τα μέλη του συγκροτούν ομάδα ή κοινότητα μέσῳ τής πίστεως.

2.   Άς επιστρέψουμε καί πάλι στό Α’ Θεσ. 2:13, επειδή δέν έχουμε θίξει ακόμη τό δεύτερο
σημαντικό στοιχείο για τό θέμα μας, τό όποιο εντοπίζεται στήν περιγραφή τής αποδοχής του κηρύγματος του Απ. Παύλου. Παρά τό γεγονός ότι οί όροι πίστη καί πιστεύειν δέν απαντούν σέ αυτή τη συνάφεια, από τό κείμενο είναι σαφές μέ ποιόν τρόπο οί άνθρωποι οδηγούνται στό γεγονός της πίστεως ή τό πώς εγκαινιάζεται ή πίστη αυτή σύμφωνα μέ τή συλλογιστική τού Αποστόλου. Μέ βάση τό Α’ Θεσ. 2:13, αυτή ή πίστη δέν είναι τίποτα άλλο από τό νά ακούσει κάποιος τό ευαγγέλιο τού Παύλου γιά τόν Χριστό ωσάν νά είναι Λόγος του Θεού[ iv] , ώς μήνυμα δηλ. τό όποιο εκτελείται κάτω από τίς έντολές τού Θεού, καί εκφράζει τό γεγονός ότι ή σωτηρία τού Θεού πραγματώνεται διαμέσου τού Ιησού Χριστού. Ή ακρόαση δέν αναφέρεται μόνο σέ ένα ηχητικό συμβάν, αλλά στόν τρόπο μίας ξεχωριστής ερμηνείας αυτού τό όποιο κηρύσσεται.
Χωρίς τήν ερμηνεία δέν υφίσταται ακοή, διότι κάθε τι τό οποίο ακούμε, αποκτά υπόσταση μόνο μέσω τής ερμηνείας τήν οποία εμείς τού δίδουμε. Επομένως, δέν υπάρχει απόσταση μεταξύ τής ακροάσεως καί τής πίστεως. Τήν θέση μας αυτή θά τήν διασαφηνίσουμε μέ τήν διατύπωση μίας απλής υπόθεσης: Είναι αδύνατο νά ακούσει κάποιος πρώτα τό Ευαγγέλιο τού Ιησού Χριστού ώς τό Λόγο τον Θεού καί στήν συνέχεια νά αποφασίσει εάν θά πιστεύσει σέ αύτό. Γιατί ήδη από τήν στιγμή, κατά τήν οποία τό Παύλειο κήρυγμα γιά τόν Χριστό γίνεται αντικείμενο ακρόασης, ώς τό μήνυμα τής σωτηρίας τού Θεού καί οί ακροατές του απαντούν θετικά ότι «αυτός είναι ό λόγος τού Θεού», ή πίστη έχει εισέλθει στήν ύπαρξή τους.
Μπορούμε νά αναδείξουμε τήν κατανόηση αυτή τής πίστης καί τού «πιστεύειν» ακόμη πιό έντονα, εάν τήν προσεγγίσουμε υπό τό φώς τού Φιλ. 1:27, όπου ό Απ. Παύλος μιλά γιά τήν πίστη του Ευαγγελίου [ν] .
Στήν ερμηνεία τής έκφρασης αυτής μπορούμε νά προχωρήσουμε μέ βάση τήν Παύλεια χρήση τού όρου: τό ευαγγέλιον. Ό Απόστολος μάς παρέχει τήν έννοια »ευαγγέλιον» μέ τρεις διαφορετικούς τρόπους: Ό ίδιος λοιπόν μιλά γιά: α) τό ευαγγέλιο τον Θεού [υί] β) τό ευαγγέλιο τον Χρίστου[ υίi] καί, γ) τό ευαγγέλιο μου [υίii].
Βεβαίως, ό Απ. Παύλος μέ τούς τρεις όρους δέν προσπαθεί νά διαχωρίσει τρία διαφορετικά ευαγγέλια. Καί στίς τρεις περιπτώσεις τό ίδιο ευαγγέλιο ύπονοείται, αφού τό ευαγγέλιο τό όποιο κηρύχθηκε από τόν Απ. Παύλο είναι μόνο ένα καί τό αυτό: Τό Ευαγγέλιο του Αποστόλου είναι τό ευαγγέλιο του Χριστού, καί τό ευαγγέλιο του Χριστού, είναι φυσικά τό ίδιο ευαγγέλιο ώς ευαγγέλιο του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ό Παύλος μιλά γιά τόν Χριστό, μιλά πάντα γιά τόν Θεό καί τό αντίστροφο. Επομένως αυτός ακριβώς ό θεολογικός συσχετισμός τού Θεού μέ τόν Χριστό, είναι εκείνος πού προσδιορίζει τήν Παύλεια αντίληψη περί πίστης. Αυτή ή πίστη συνίσταται στό νά πεί κάποιος τό »ναι» στόν ισχυρισμό τού ευαγγελίου ότι όταν αυτό μιλά γιά τόν Θεό μιλά συγχρόνως γιά τόν Ιησού.
3. Συνδέοντας τά ιδιαίτερα στοιχεία τού στίχου τής Α’ Θεσσ. 2:13, μπορούμε νά σημειώσουμε τά εξής: τόσο ό χαρακτηρισμός τού Αποστόλου γιά τήν Εκκλησία του, ώς μία κοινότητα τών πιστευόντων, όσο καί ή συσχέτιση μεταξύ τού ευαγγελίου καί τής πίστεως, βασίζονται σέ ένα κοινό θεμέλιο. Ό Παύλειος Χριστιανισμός είναι μία θρησκεία τής ιεραποστολής καί τής μεταστροφής.           Οί εκκλησιές οί οποίες ιδρύθηκαν από τόν Απ. Παύλο, αναπτύχθηκαν εξαιτίας τού γεγονότος ότι υπήρξαν άνθρωποι οί όποιοι συναίνεσαν στήν προαναφερθείσα ερμηνεία τού γεγονότος τού Ιησού καί τήν πίστεψαν ώς αληθινή. Τό κοινό χαρακτηριστικό όλων τών μελών τών τοπικών εκκλησιών ήταν ότι είχαν ανατραφεί σέ μή χριστιανικές οικογένειες. Στήν συνέχεια, ή μεταστροφή τους δέν θά πρέπει νά κατανοείται ώς μία στροφή πρός μία ήδη υπάρχουσα πίστη. Αντιθέτως, μάλλον η μεταστροφή αυτή τροφοδοτείται από τήν πίστη. Μεταστροφή είναι καί τό νά πιστέψει κάποιος, νά φθάσει δηλ. στήν πεποίθηση ότι ό λόγος τού Αποστόλου γιά τόν Ιησού καί γιά τόν Θεό στό ευαγγέλιο του, είναι αληθινός.
4. Στό τέλος αυτής τής ενότητας, καλό θά ήταν νά ακολουθήσει μία σύντομη παρατήρηση αναφορικά μέ μία διαδεδομένη προσέγγιση τού θέματος της πίστεως, τήν άποψη δηλαδή ή όποια διακρίνει σήμερα μεταξύ τής «θρησκευτικής» καί τής «κοσμικής» χρήσης τών εννοιών »πίστη / πιστεύειν». Συχνά, ή διαφοροποίηση αυτή λειτουργεί ώς κατεξοχήν μοντέλο γιά τήν κατανόηση τής πίστης στόν αρχέγονο Χριστιανισμό. Συνήθως, μόνον ή καλούμενη «θρησκευτική» χρήση θεωρείται θεολογικά βάσιμη. Έν τούτοις, αυτή ή διαφοροποίηση βασίζεται σέ μία αναχρονιστική προοπτική, η όποια επιβάλλεται σέ κείμενα εκ των έξω καί κατ’ ανάγκην είναι παραπλανητική.

Τό ότι ή ανωτέρω διαφοροποίηση δεν βοηθά, μπορεί νά αναγνωριστεί εάν συγκρίνουμε τό Πράξ. 15: 7 με τό Α’ Κορ. 11:18. Στό Πράξ. 15:7 ο Απ. Πέτρος αρχίζει τήν ομιλία του στό Συνέδριο των Ιεροσολύμων λέγοντας: «7 Πολλῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ’ ἡμερῶν ἀρχαίων ὁ Θεὸς ἐν ὑμῖν ἐξελέξατο διὰ τοῦ στόματός μου ἀκοῦσαι τὰ ἔθνη τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου καὶ πιστεῦσαι.».

           Στό Α’ Κορ. 11:18, ό Απ. Παύλος σημειώνει αναφορικά μέ τά παράπονα μερίδος των μελών τής Εκκλησίας τής Κορίνθου, γιά τά αρνητικά στοιχεία κατά τή διάρκεια τής τέλεσης τού δείπνου τού Κυρίου: «πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν καὶ μέρος τι πιστεύω·».
Καί τά δύο προαναφερθέντα κείμενα αντικατοπτρίζουν ακριβώς τήν ίδια σύνδεση τής «ακρόασης» μέ τήν «πίστη», αν καί βεβαίως τό πρώτο αναφέρεται στό Ευαγγέλιο καί τό δεύτερο σέ φήμες. Μέσω τής σημασιολογικής επικαλύψεως μπορούμε νά αντιληφθούμε ότι ή Παύλεια κατανόηση τής πίστεως δέν αντικατοπτρίζει μία «θρησκευτική» αντίληψη τής πίστης καί τού πιστεύειν, αλλά βασίζεται απολύτως στήν χρήση τών εννοιών αυτών στήν καθομιλουμένη. Επίσης, υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις καί έκτος τής Καινής Διαθήκης γιά τήν νοηματική σύνδεση μεταξύ τών δύο εννοιών. Στό σημείο αυτό θά παραθέσω ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα άπό τό έργο τού Πλούταρχου, Περί Αδολεσχίας [ix], τό όποιο μπορεί νά μελετηθεί παράλληλα μέ τό Α’ Θεσσ. 2:13. Στό περιεχόμενό του σημειώνονται τά εξής: «(τούς φλύαρους ανθρώπους) δέν τούς αντιμετωπίζουν μέ πίστη (εμπιστοσύνη), τήν οποία πασχίζει νά κερδίσει κάθε λόγος. Διότι αυτό είναι τό ορθό τέλος καί στόχος (τής ομιλίας), νά εμφυτευθεί πίστη στούς ακροατές. Oι φλύαρος όμως, δέν τυγχάνουν εμπιστοσύνης, ακόμη καί όταν λένε τήν αλήθεια». Ωστόσο, στον Απ. Παύλο, οί έννοιες πίστη καί πιστεύειν δέν αναφέρονται μόνο σέ ό,τι θά ορίζαμε ώς «γίνομαι Χριστιανός», αλλά κυρίως στό ότι «είμαι Χριστιανός».

II. «Οι πιστεύοντες» (Α’Κορ. 1:18, 21). Ή Πίστη ώς ήθος καί οί επιπτώσεις της

1. Οί έννοιες πίστη καί πιστεύειν δέν αναφέρονται μόνο σέ ένα άπαξ γεγονός μεταστροφής, ή οποία προκύπτει μέ τήν ακρόαση τού κηρύγματος τού λόγου τού Θεού, αλλά καί σέ μιά μακροπρόθεσμη υποχρέωση γιά ανταπόκριση σέ αυτή τήν συμφωνία (μέ τόν λόγο τού Θεού). Ή συγκεκριμένη αντίληψη αποτυπώνεται σέ εκφράσεις όπως γιά παράδειγμα: «στήκετε ἐν τῇ πίστει, »[x], «εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε»[xi] , «ἐν πίστει ζῶ»[xii].

          Από κοινωνιολογικής απόψεως, ή πίστη επιτυγχάνει αντίστοιχη λειτουργία στόν Παύλειο Χριστιανισμό μέ έκείνη τού Νόμου στόν Ιουδαϊσμό. Από τήν μία πλευρά, ή πίστη δημιουργεί μία κοινωνική συνοχή εσωτερικά (εντός τής κοινότητας), ενώ άπό τήν άλλη διακρίνει τήν θρησκευτική ομάδα, ώς κοινωνική μειονότητα, από τούς έξω, δηλ. από τήν πλειονοψηφούσα κοινωνία. Ή πίστη δρά ώς συνεκτικό στοιχείο μεταξύ τών Χριστιανών, αλλά συγχρόνως καί τούς διαφοροποιεί άπό τούς άλλους ανθρώπους.
Σύμφωνα μέ τόν Απ. Παύλο, ή πίστη πραγματοποιεί αυτές τίς λειτουργίες σέ δύο κύριες κατευθύνσεις: 1. Ή πίστη λειτουργεί ώς «ισοσταθμιστής» ο όποιος καταργεί τίς διαφορές μεταξύ τών ανθρώπων. Ό Απόστολος τονίζει αυτή τή σημασία τής πίστης μέ τόν πλέον σαφή καί συχνά επαναλαμβανόμενο τρόπο, μέσω τής αναφοράς του στήν κατάργηση τής διαφοράς μεταξύ τών Εβραίων καί τών Εθνικών. Ίσως μέ τόν πλέον εμφαντικό τρόπο, ό ίδιος τό διακηρύσσει στό Ρωμ. 3:28-30: « λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου. 29 ἢ Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν; ναὶ καὶ ἐθνῶν, 30 ἐπείπερ εἷς ὁ Θεός, ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ πίστεως καὶ ἀκροβυστίαν διὰ τῆς πίστεως.»[xiii] , ή επίσης στό Ρωμ. 1:16: « οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι.», καθώς καί στό Ρωμ. 10:11-12: »λέγει γὰρ ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται. 12 οὐ γάρ ἐστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν·».

        Ό καθένας είναι σέ θέση νά πιστέψει ανεξάρτητα από τό αν αυτός /αυτή τό πραγματοποιεί ώς Εβραίος, ό όποιος ζει σύμφωνα μέ τό Νόμο, είτε ώς μή- Εβραίος, ό όποιος δέν ακολουθεί τήν ίδια παράδοση. Ή πίστη, κοινή καί γιά τούς Εβραίους καί γιά τούς Εθνικούς, μπορεί ακόμη νά ανεχθεί όταν ανάμεσα σέ πρόσωπα τά οποία έχουν ασπαστεί τήν χριστιανική πίστη, κάποια έξ’ αυτών συνεχίζουν νά ζουν σύμφωνα μέ τόν Νόμο, ενώ άλλα πρόσωπα δέν τό κάνουν. Ή πίστη μπορεί νά ενοποιήσει ακόμη καί αυτή τή διαφορά.
Αυτή ή σημασία τής πίστης μπορεί επίσης νά εξηγήσει καί τόν Λόγο γιά τόν όποιο ό Απ. Παύλος στίς Πρός Γαλάτας καί Πρός Ρωμαίους επιστολές του, τοποθετεί τόσο εμφαντικά στό προσκήνιο τόν διαχωρισμό αυτής (τής πίστης) από τήν Τορά. Ό Απόστολος δέν υποτιμά τήν θεολογική σημασία τής εκπλήρωσης τού Νόμου, επειδή οί άνθρωποι έκαναν κατάχρηση «τών έργων τού Νόμου», μέ σκοπό δημιουργήσουν από μόνοι τους μία δικαιοσύνη ενώπιον τού Θεού. Μάλλον ό Απ. Παύλος μειώνει τό θεολογικό status τού Νόμου, επειδή αυτός καί ή εκπλήρωσή του, οριοθετούν τήν διαφοροποίηση μεταξύ Εβραίων καί μή Εβραίων. Καί έτσι, αντιπαρατίθενται στή συμπεριληπτική αξίωση τού ευαγγελίου, τό όποιο ισχύει γιά όλους τούς ανθρώπους, αφού μέσω αυτού (τού ευαγγελίου) ό Θεός προσεγγίζει ολόκληρο τόν κόσμο.
Ωστόσο, γιά τόν Απόστολο δέν είναι μόνο ή διαφορά μεταξύ τού Ισραήλ καί τών Εθνικών, ή όποια υπερβαίνεται άπό τήν πίστη, αλλά επίσης καί οί διαφορές μεταξύ όλων τών άλλων κοινωνικών δεικτών status, όπως αυτές μεταξύ τών δούλων καί τών ελευθέρων ή τών ανδρών καί τών γυναικών [xiv] .

         Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η εξισορροπιστική ιδιότητα τής πίστεως μέ τίς στό έπακρον ηθικές προεκτάσεις της απαντά στήν σύντομη, από άποψη περιεχομένου, επιστολή του Πρός Φιλήμονα.
Υπό τήν έποψη αυτή, ή Πρός Φιλήμονα είναι αρκετά κοντά στίς Πρός Ρωμαίους καί Πρός Γαλάτας επιστολές, διότι σέ αυτήν η »κοινωνία τής πίστεως» είναι εκείνη ή οποία μεταμορφώνει τόν δούλο σέ άδελφό τού κυρίου του.
2. Ή δεύτερη κατεύθυνση είναι συμπληρωματική ώς πρός τήν πρώτη. Έχουμε αναφερθεί σέ αυτήν καί ανωτέρω. Ή πίστη δέν καταρρίπτει μόνο τά διαχωριστικά όρια, αλλά ανεγείρει επίσης νέα, δηλαδή, τά όρια μεταξύ πιστών καί άπιστων. Ό τρόπος μέ τόν οποίο οί δύο διαστάσεις αυτές λειτουργούν αρμονικά, αναφέρεται μέ σαφήνεια στό Α’ Κορ 1: 18-25, όπου ό Απ. Παύλος εξηγεί στούς αναγνώστες του τό πώς ή στάση απέναντι στό κήρυγμά του, τό όποιο ό ίδιος αποκαλεί »λόγο του Σταυρού», μπορεί καί νά αποδομήσει όρια καί νά εγείρει νέα:

           Ό Απόστολος αρχίζει μέ τόν στίχ. 18 καί συνεχίζει μέ τούς στίχ. 22-25: «Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. 19 γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. 20 ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; 21 ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. 22 ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, 23 ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, 24 αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν· 25 ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί.».
Όπως καί στό Α’ Θεσσ. 2:13, ή πίστη κατανοείται ώς ένα είδος ακρόασης. Επίσης, στούς στίχους αυτούς η πίστη σημαίνει τήν ακρόαση τού Παύλειου κηρύγματος ώς δυνάμεως ή σοφίας τοϋ Θεού. Αντιστοίχως ή απιστία είναι η ακρόαση τού κηρύγματος αυτού ώς μωρίας ή ώς σκανδάλου. Αυτή ή διαφορά ανάμεσα στήν πίστη καί τήν απιστία συνιστά καί τήν διαφορά μεταξύ αφενός τού Θεού καί τής σωτηρίας καί αφετέρου του κόσμου καί τής καταδίκης του. Είναι σημαντικό νά τονισθεί ότι ή διαφορά μεταξύ τών Εβραίων καί τών Εθνικών μπορεί νά βρεθεί καί στίς δύο πλευρές: Υπάρχουν Εβραίοι καί Εθνικοί στήν πλευρά τού Θεού (βλ. στ. 24) καί υπάρχουν Εβραίοι καί ’Εθνικοί στήν πλευρά τού κόσμου (βλ. στ. 22-23).
Έτσι, ό Απ. Παύλος καθιερώνει ένα νέο κυρίαρχο παράδειγμα-μοντέλο, μέσω τού όποιου, καί σύμφωνα μέ τή διατύπωση στό Γαλ. 6:15, κατηγοριοποιεί όλη τήν ανθρωπότητα μέ ένα εντελώς νέο καί μοναδικό τρόπο καί, έτσι τούς ορίζει ώς ένα «καινούργιο σύμπαν». Οι παλαιές κατηγοριοποιήσεις, όπως Ισραήλ – έθνη χάνουν τήν θεολογική σημασία τους, γιά νά δημιουργήσουν χώρο γιά μία νέα διαφοροποίηση μεταξύ των ανθρώπων η οποία καθορίζεται από την στάση τους απέναντι στόν Ιησού Χριστό.

            ΙΙΙ. Ή Πίστη ώς επιβεβαίωση της πραγματικότητας

1. Αυτό τό όποιο σηματοδοτείται μέ τόν τίτλο τής τρίτης ενότητας, μπορεί νά κατανοηθεί εάν εξετάσουμε μέ μία διαφορετική ματιά τό Α’ Θεσσ. 2:13. Σύμφωνα μέ αυτό τό κείμενο υπάρχουν δύο πιθανές αντιδράσεις στό κήρυγμα τού Απ. Παύλου γιά τόν Χριστό: Μπορείς νά τό πιστέψεις ή όχι. «Δεν τό πιστεύω» σημαίνει ότι κάποιος τό ακούει σάν τόν λόγο τον ανθρώπου, ή, σύμφωνα μέ τόν Πλούταρχο, σάν τόν λόγο ενός φλύαρου ανθρώπου. Αντιθέτως, «πίστη» σημαίνει την ακρόαση του ώς τόν »λόγο τον Θεού».
Γιά τόν λόγο αυτό καί ό Απόστολος προσθέτει ότι αυτό (τό όποιο πιστεύεται) υπάρχει αληθώς. Ή πίστη είναι διαφορετική άπό τήν απιστία στό έξης: η πίστη αποδέχεται τόν ισχυρισμό ότι τό ευαγγέλιο τού Απ. Παύλου ομιλεί γιά τόν Θεό, όταν αναφέρεται στόν Ιησού καί ότι σέ εκείνα τά οποία ευαγγελίζεται ό Απόστολος, τό ακροατήριο έρχεται αντιμέτωπο μέ τή θεϊκή πραγματικότητα τής σωτηρίας.
2. Αυτός ό χαρακτήρας τής πίστεως εμφανίζεται στό προσκήνιο, ιδίως όταν αυτή αφορά στήν Ανάσταση τού Ιησού Χριστού. Αυτό είναι σαφές καί στό περιεχόμενο τού Α’ Θεσσ. 4:14. Ό Απ. Παύλος μιλά γιά τήν αιτία πού διαχωρίζει τούς Χριστιανούς από τούς άλλους Ανθρώπους, οι όποιοι δέν έχουν καμία ελπίδα (βλ. 13β). Σέ Αντίθεση λοιπόν πρός αυτούς , οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι ό Χριστός απέθανε καί αναστήθηκε. Ό Απ. Παύλος σημειώνει: «Εί γάρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανεν καί ανέστη».[χν]
Αυτό τό εμείς είναι συμπεριληπτικό καί περιλαμβάνει όλους τούς Χριστιανούς. Διότι όλοι οι Χριστιανοί μπορούν καί πρέπει νά είναι σέ θέση νά ομολογούν: «Πιστεύουμε ότι ό Χριστός απέθανε καί αναστήθηκε». Είναι εντυπωσιακό τό γεγονός ότι ό Απ. Παύλος μιλά εν προκειμένη γιά τόν θάνατο τού Ιησού, χωρίς νά αποδίδει σέ αυτόν σωτηριολογική σημασία. Δέν λέγει: «ό Ιησούς απέθανε γιά μάς» ή «γιά τίς αμαρτίες μας». Αυτό είναι κάτι τό όποιο μόνον οί Χριστιανοί μπορούν νά διατυπώσουν.
Αντιθέτως ό Απόστολος λέγει: «Ό Ιησούς πέθανε». Αυτό μπορεί νά τό πει ό οποιοσδήποτε, άκόμη καί αύτός πού δέν έχει πίστη. Καί τούτο συμβαίνει διότι είναι ένας ιστορικός ισχυρισμός στόν οποίο θά μπορούσαν νά συμφωνήσουν μέ τρόπο Ανάλογο καί οί άπιστοι καί οί πιστοί. Τό αξιοσημείωτο γεγονός αναφορικά μέ αύτό τό κείμενο, είναι μάλλον τό γεγονός ότι ή πίστη, στήν Αντίληψη τού Αποστόλου, Αντιπροσωπεύει καί μία κρίση ή οποία Αποδίδει στήν Ανάσταση τού Χριστού τήν ίδια ιστορική άξια όπως καί στόν θάνατό του. Ή πίστη θεωρεί τήν Ανάσταση τού Ιησού τόσο πραγματικό γεγονός όσο καί τό θάνατό του. Κατά συνέπεια, γιά τόν Παύλο η Πίστη είναι καί μία Αντίληψη τής πραγματικότητας, σύμφωνα μέ τήν οποία ή Ανάσταση τού Ιησού είναι ένα γεγονός μέ τήν ίδια έννοια, όπως καί ό θάνατός του.
3. Μπορούμε επίσης νά αποτυπώσουμε άκόμη πιο έντονα τήν αντίληψη τού Απ. Παύλου περί τής πίστης ώς μίας διαβεβαίωσης τής πραγματικότητας, αν κοιτάξουμε καί τήν άλλη πλευρά, εκείνη τών μή πιστευόντων. Δηλαδή τών Ανθρώπων εκείνων τών όποιων ή απιστία εκφράζεται μέ τήν άποψη ότι τό ευαγγέλιο τού Απ. Παύλου δέν είναι τίποτα περισσότερο άπό »λόγος ανθρώπων».

      Γιά νά διαμορφώσουμε μία πληρέστερη εικόνα, άς προσεγγίσουμε ένα Παύλειο κείμενο στό όποιο δέν Απαντούν οί όροι πίστη καί πιστεύειν, αλλά αντανακλάται ή ίδια Αντιθετική δομή όπως στό Α’ Θεσσ. 2:13.  Πρόκειται γιά τό Β’ Κορ 5: 14-16: «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς, 15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι. 16 Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.»

            Αυτό τό όποιο ό Απ. Παύλος σέ άλλα κείμενά του αποκαλεί πίστη, καί αύτό γιά τό όποιο στόν
στίχ. Α’ Θεσ. 2:13 έχει αναφέρει: «παραλαβόντες Λόγον ακοής παρ’ ημών τοΰ Θεού, έδέξασθε ού Λόγον ανθρώπων, αλλά καθώς έστιν αληθώς, Λόγον Θεού», περιγράφεται καί στόν στίχ. Β’ Κορ 5: 14-16, μέ τρία ρήματα: α) κρίνειν (στίχ. 2:14), β) είδέναι (στίχ. 2:16) καί, γ) γιγνώσκειν (στίχ. 2:16).
Επιπλέον, αύτό τό όποιο μέ άλλο τρόπο ό Απ. ΠαΰΛος καλεί »πιστεύειν εις Χριστόν», εξηγείται στόν στίχ. Β’ Κορ. 5:16 ώς «νῦν οὐκέτι γινώσκομεν κατά σάρκα Χριστόν». Ή χρήση τής συγκεκριμένης εκφράσεως αντιπροσωπεύει τήν πλευρά τής πίστεως.
Είναι έπίσης σαφές ποιόν όρο χρησιμοποιεί ό Απόστολος γιά νά αποτυπώσει καί τήν πλευρά τής άπιστίας. Στόν στίχ. 16 ό ίδιος αρχικά σημειώνει: «είδέναι κατά σάρκα» καί στήν συνέχεια «γιγνώσκειν κατά σάρκα»[xvi].
Μέ βάση αύτά πού έχουν ήδη λεχθεί, δέν είναι πλέον δύσκολο νά κατανοήσουμε τήν σημασία τών δύο Παύλειων εκφράσεων. Συγκεκριμένα, ή έκφραση κατά σάρκα, δέν αναφέρεται σέ τίποτε άλλο παρά σέ μία επιβεβαίωση τής πραγματικότητας, η οποία όμως δέν περιλαμβάνει τήν πραγματικότητα του Θεού. Καί τούτο επειδή η κατά σάρκα πραγματικότητα δέν προϋποθέτει ούτε ότι ό Θεός έχει ενεργήσει υπέρ τής σωτηρίας του Λαού διά του Χριστού, ούτε ότι ή σωτηρία αυτή του Θεού είναι προσιτή διά του Χριστού.
Εάν λοιπόν κατανοήσουμε τό περιεχόμενο του στίχ. Α’ Θεσσ. 2:13, υπό τό πρίσμα τοΰ στίχ. Β’ Κορ. 5:16, έχουμε τήν δυνατότητα νά υποστηρίξουμε ότι τό γιγνώσκειν ή τό είδέναι κατά σάρκα τού Παύλειου κηρύγματος, αναφέρεται σέ κάτι τό όποιο εάν δέν τό ακούσει κάποιος ώς λόγο Θεού, θά γίνει αντικείμενο ακοής ώς λόγος ανθρώπων.
Αύτό διαφωτίζει καί τό περιεχόμενο του στίχ. Α’ Κορ 1: 18-25, τό όποιο επίσης μπορεί νά επαναδιατυπωθεί μέ τούς λόγους τοΰ Β’ Κορ. 5:16. Ειδικότερα, επειδή ή σοφία τοΰ κόσμον μπορεί νά γνωριστεί, νά κριθεί αλλά καί νά κατανοηθεί μόνο κατά σάρκα, αυτό έχει ώς συνέπεια καί ό σταυρός τού Ιησού νά γίνει κατανοητός ώς σκάνδαλον καί ώς μωρία. Αντιθέτως, «οι πιστεύοντες» δέν γνωρίζουν, δέν κρίνουν, πλέον κατά σάρκα αλλά κατανοούν τήν έννοια του Σταυρού ώς δύναμη τον Θεού καί ώς Θεόν σοφία.
4. Ή αντίθεση μεταξύ τών δύο υποθέσεων γιά τήν πραγματικότητα στήν θεολογία τού Απ. Παύλου, δηλαδή η πραγματικότητα τής πίστεως καί ή κατά σάρκα πραγματικότητα, συμβάλλει επίσης σημαντικά καί στήν επιστημονική συζήτηση αναφορικά μέ ένα θέμα τό όποιο σήμερα θεωρείται ώς εξαιρετικά αμφιλεγόμενο. Ειδικότερα, άφορά στήν έρευνα γιά τήν σχέση του Απ. Παύλου μέ τήν Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Μερικοί λοιπόν βιβλικοί ερευνητές, συνεχίζουν νά υποστηρίζουν, καί μεταξύ αυτών ό Ν.Τ. Wright, ότι ή Παύλεια θέση πώς «Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός» πάντα συνεπάγεται ότι ό «Καίσαρας δέν είναι Κύριος». Υπό τό φώς τής σαφούς Παύλειας διακρίσεως ανάμεσα στήν πραγματικότητα τής πίστεως καί στήν κατά σάρκα πραγματικότητα, η ανωτέρω επιστημονική θέση αποδεικνύεται ώς λανθασμένη. Γιά τόν Απ. Παύλο ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας είναι «Κύριος κατά σάρκα», ένώ ο Ιησούς Χριστός δέν υπήρξε ποτέ «Κύριος κατά σάρκα». Ό Ιησούς είναι Κύριος σέ ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν: όχι σέ αυτό τής σαρκός, αλλά μόνον στό σύμπαν τής πίστεως, καθώς ο Χριστός είναι «Κύριος διά πίστεως».
Κάθε εντύπωση ότι ό Ιησούς ήταν ο Κύριος κατά τόν ίδιο τρόπο όπως ό Ρωμαίος Καίσαρας, ή καί αντιστρόφως, η ιδέα ότι ό Καίσαρας θά μπορούσε νά θεωρηθεί ώς ανταγωνιστής τού Κυρίου Ιησού Χριστού, αγνοεί τήν θεμελιώδη σημασία τήν οποία έχει η πίστη στήν Παύλεια κατανόηση τής πραγματικότητας. Ή διάκριση αυτή κινείται παράλληλα μέ τήν διάκριση μεταξύ τού κόσμου καί τής καινής κτίσης, η οποία δημιουργήθηκε από τή νέα θεώρηση τού κόσμου η οποία καλείται πίστη.
Σύμφωνα μέ τήν πίστη ό Θεός διά τού Χριστού έχει δημιουργήσει έναν εντελώς νέο κόσμο.
Ας προχωρήσουμε όμως ένα βήμα περαιτέρω. Συγκεκριμένα, σέ αύτό τό όποιο ό Απ. Παύλος καλεί κατά σάρκα υπάρχει καί ένα αντιστάθμισμα άπό τήν πλευρά της πίστεως.
Πρόκειται γιά τή διατύπωση »διά πίστεως». Ή έκφραση αυτή απαντάται επανειλημμένα καί πάντα μέ τόν ίδιο τρόπο στίς επόμενες περιπτώσεις των Παύλειων επιστολών:

τεχτ

      Οί ανωτέρω περικοπές εμφανίζουν αρκετές ομοιότητες. Ή πλέον σημαντική όμως ομοιότητα είναι ότι ή έκφραση «διά πίστεως» προηγείται κάθε εμπρόθετης φράσης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι καί τό ερώτημα τού τρόπου μέ τόν όποιο θά πρέπει νά κατανοηθεί η πρόθεση »διά» στίς εμπρόθετες εκφράσεις »διά πίστεως».
Ή συνήθης ερμηνεία είναι: «μέσω τής πίστης». Αυτό δέν είναι λάθος, αλλά υπό τό πρίσμα του στίχ. τής Πρός Εφεσίους επιστολής 3:17, η ερμηνεία αυτή καθίσταται ανεπαρκής.

        Βεβαίως ό Χριστός κατοικεί:  «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν», άλλά ζει έκεί μόνο γιά όσο διάστημα υπάρχει πίστη. Στήν περίπτωση όμως κατά τήν οποία ή πίστη εξαφανίζεται, τίθεται εκτός καί ό Χριστός. Ή ερμηνεία τής διατύπωσης μέ τή σημασία »τού Οργάνου ή του Μέσου», δέν ταιριάζει καί στό περιεχόμενο τού στίχ. Ρωμ 3:25. Καί τούτο διότι τήν θέτει σέ αντίθεση μέ τήν επίσης Παύλεια διατύπωση: ἐν τῷ Αὐτοῦ αἳματι. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τόν στίχ. Γαλ. 3:26 όπου περιγράφεται επίδραση τού βαπτίσματος. Είναι λοιπόν προφανές ότι στίς ανωτέρω περιπτώσεις θά πρέπει νά ερμηνεύσουμε τήν διατύπωση διά πίστεως μέ τή σημασία τού Τρόπου. Αύτό αποδεικνύεται καί από τήν παρατήρηση ότι σέ όλες τίς περιπτώσεις ή δήλωση του πρώτου καί του τρίτου τμήματος τής προτάσεως ισχύει μόνον έφ’ όσον υπάρχει πίστη.
Μέ τήν επιλογή αυτής τής ερμηνείας, αναδύεται καί η ομοιότητα μεταξύ των ανωτέρων κειμένων. Συγκεκριμένα, ό Απ. Παύλος επιθυμεί νά τονίσει ότι η πραγματικότητα, η οποία αναφέρεται στά αντίθετα άκρα των προτάσεων, εξαρτάται από τήν διαβεβαίωση τής πραγματικότητας τής πίστεως. Καί στίς προαναφερθείσες κατά σάρκα θέσεις υποδηλώνεται ό διαχωρισμός από τήν θεώρηση τής πραγματικότητας από τήν προοπτική τής πίστεως. Αλλά καί τό αντίστροφο είναι επίσης αληθινό: σέ κάθε μία άπό τίς θέσεις, οι οποίες εισάγονται μέ τήν έκφραση διά-πίστεως, η κατά σάρκα θεώρηση τής ισχυριζόμενης πραγματικότητας είναι επίσης παρούσα, αλλά αυτή σιωπηρά απορρίπτεται.
Αύτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στήν περίπτωση του Ρωμ. 3:25. Ό Απ. Παύλος γνωρίζει, τουλάχιστον από τό προ-χριστιανικό προσωπικό παρελθόν του, ότι είναι εφικτό νά ερμηνεύσει τόν θάνατο του Χριστού καί μέ διαφορετικό τρόπο, όπως γιά παράδειγμα ώς τόν θάνατο ενός προφήτη ή ένός πολιτικού υποκινητή. Όμως, σύμφωνα μέ τίς κατηγορίες του Β’ Κορ. 5:16, οί παρόμοιες ερμηνείες βασίζονται στήν κατά σάρκα αντίληψη του θανάτου του Ιησού Χριστού. Μόνον η πίστη μπορεί νά υποστηρίξει ότι ό Θεός έχει κάνει τόν θάνατο του Ιησού, ιλαστήριον [χνii] (= μέσον συμφιλίωσης), πίστη, τήν οποία ο Απόστολος στήν Πρός Ρωμαίους επιστολή καλεί ώς πίστη Ιησού Χριστού.[χνiii ] .

IV. Ή Πίστη ώς πίστη Ιησού Χριστού

1. Διαπιστώσαμε ότι γιά τόν Απ. Παύλο ή «πίστη» είναι πάντα πίστη Ιησού Χριστού κατά τέτοιον τρόπο, ώστε αυτή ή κατανόηση νά μπορεί νά συνοψιστεί σέ μιά φράση, ή οποία καί περιγράφει ακριβώς τήν ίδια κατάσταση από δύο οπτικές γωνίες: Δια του Ιησού Χριστού, ό Θεός ενήργησε γιά χάρη τής σωτηρίας τής ανθρωπότητας, καί δι’ Αυτού γίνεται προσιτή ή σωτηρία γιά όλον τόν κόσμο. Επεκτείνοντας τήν θεολογική προοπτική τοϋ Αποστόλου, αυτή ή διαβεβαίωση συνιστά τήν πεμπτουσία τής πίστης.
Δηλαδή, ότι ό Θεός όντως συνέστησε τόν Ιησού Χριστό έκ νεκρών. Ή πίστη ουσιαστικά συνεπάγεται ότι ό Θεός δικαίωσε αυτό τό όποιο διακήρυξε ό Ιστορικός Ιησούς: Δηλαδή, ότι Αυτός, είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος του Θεού, διά του οποίου Εκείνος ενεργεί γιά χάρη τής σωτηρίας τής ανθρωπότητας καί συγχρόνως (δια του Ιησού) καθιστά τήν σωτηρία Του προσιτή σέ ολόκληρο τόν κόσμο. Oι έννοιες πίστη καί Χρίστος εφάπτονται τόσο πολύ ή μία στην άλλη, ώστε ή μεταξύ τους διαφορά νά καθίσταται δυσδιάκριτη.

         Γ ιά τόν Απ. Παύλο, τό διά πίστεως καί τό διά Χριστού έγιναν σχεδόν ισοδύναμα, όπως γιά παράδειγμα στην περίπτωση τού Ρωμ. 5. Στόν στίχ. 1 ό Απόστολος μνημονεύει ότι δικαιωθήκαμε εκ πίστεως. Στήν συνέχεια καί στόν στίχ. 9, ό ίδιος σημειώνει ότι αύτό πραγματοποιείται διά του αίματος τού Ιησού. Δηλαδή, δικαιωθήκαμε διά του θανάτου Του [xix].
Συνεπώς, αξίζει νά εξετάσουμε τήν επικάλυψη μεταξύ των εννοιών πίστη καί Χριστός, μέ μεγαλύτερη ακρίβεια:
Αρχικά, η μέχρι τό σημείο αυτό ερευνά μάς επιτρέπει νά σχολιάσουμε τό ερώτημα πίστη Χριστού τό όποιο σήμερα διαφοροποιεί τήν ευρωπαϊκή από τήν αμερικανική έρευνα τής Καινής Διαθήκης.
Ή ερευνητική συζήτηση ξεκίνησε μέ τήν υπόθεση ότι ή διατύπωση πίστη Χριστού» δέν θά πρέπει νά κατανοηθεί ώς γενική αντικειμενική, δηλαδή πίστη στόν Χριστό, αλλά ώς υποκειμενική δηλαδή »η πίστη τού Χριστού» ή ακόμη καί »ή πιστότητα τού Χριστού».
Ωστόσο, ή συλλογιστική αυτής τής ερμηνείας βασίζεται σέ ένα θεμελιώδες λάθος, τό οποίο γίνεται κατά τήν αιτιολόγηση. Συγκεκριμένα, μέ τό νά κατανοούν οι υποστηρικτές τής γενικής υποκειμενικής τόν θάνατο του Ιησού ώς μία αγαπητική πράξη τής πιστότητας του Υιού του Θεού πρός τόν Θεό-Πατέρα, αυτοί παραβλέπουν κάτι τό όποιο είναι ζωτικής σημασίας. Δηλαδή, ότι, σύμφωνα μέ τήν αντίληψη τοϋ Απ. Παύλου, μόνο η πίστη τών πιστευόντων ανθρώπων είναι σέ θέση νά αντιλαμβάνεται κατ’ αυτόν τόν τρόπο τόν πόνο καί τόν θάνατο του Ιησού.
Ή γιά νά διατυπώσουμε τό ίδιο πράγμα μέ τή δική τους «γλώσσα», μόνον η πίστη στόν Χριστό είναι σέ θέση νά διατυπώσει ότι υπάρχει κάτι όπως η πίστη /πιστότητα τού Χριστού. Αντιθέτως, οί υποστηρικτές τής γενικής υποκειμενικής μιλούν γιά τήν «πιστότητα» του Ιησού κατά τέτοιο τρόπο ωσάν αυτή νά ήταν μιά τέτοια πραγματικότητα από μόνη της, ενώ μπορεί νά είναι μία «εκδοχή» τής πραγματικότητας ή οποία δημιουργείται άπό τήν πίστη στόν Χριστό. Μόνο η πίστη στον Χριστό μπορεί νά αντιληφθεί τόν πόνο καί τόν θάνατο τοϋ Ιησού ώς μία πράξη υπακοής, καί αυτό βεβαίως συνιστά καί τήν ουσία της ώς πίστη Χριστού. Ανεξάρτητα άπό τήν παραδοχή τής πραγματικότητας τής χριστιανικής πίστεως, κάτι όπως η «πιστότητα τοϋ Χριστού» δέν μπορεί κατ’ άρχήν νά υπάρξει. Μάλιστα, μιλώντας θεολογικά, η πίστη στόν Χριστό προηγείται πάντοτε τής πιστότητος τού Χριστού.
2. Ή πραγματικότητα τής σωτηρίας τού Θεοϋ ώς μία πραγματικότητα τής πίστης
Ας επιστρέψουμε στό Α’ Θεσ 2:13 γία μία τελευταία φορά. Ό «λόγος του μηνύματος του Θεού» ενεργείται στούς ανθρώπους εκείνους οί όποιοι τόν αποδέχονται ώς τόν λόγο τού Θεού. Τό ίδιο επαναλαμβάνεται από τόν Απόστολο καί στό Ρωμ. 1:16: «τό ευαγγέλιον του Χριστού- δύναμις γάρ Θεοϋ έστιν εις σωτηρίαν παντί τῷ πιστεύοντι, Ίουδαίῳ τε πρώτον καί Έλληνι». Είναι εύκολο νά αναγνωρισθούν τά κοινά στοιχεία του περιεχομένου τών δύο στίχων.
Συγκεκριμένα, αύτό τό όποιο ό Απόστολος αποκαλεί ώς «ο λόγος του Θεού» στό Α’ Θεσσ. 2:13, Αντιστοιχεί στό «ευαγγέλιο» στό Ρωμ. 1:16. Αυτό τό όποιο στό Α’ Θεσσ. 2:13 καλείται ώς: «Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ ἀδιαλείπτως, ὅτι παραλαβόντες λόγον ἀκοῆς παρ’ ἡμῶν τοῦ Θεοῦ ἐδέξασθε οὐ λόγον ἀνθρώπων, ἀλλὰ, καθώς ἐστιν ἀληθῶς, λόγον Θεοῦ, ὃς καὶ ἐνεργεῖται ἐν ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν», στό Ρωμ. 1:16 περιγράφεται μέ μία μόνο λέξη: μέ τό ρήμα πιστεύειν. Καί ό,τι ό Απόστολος αναφέρει σχετικά μέ τό λόγο του Θεού στό Α’ Θεσσ. 2:13 («ὃς καὶ ἐνεργεῖται ἐν ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν») συμφωνεί μέ ό,τι επίσης ό ίδιος σημειώνει στό Ρωμ. 1:16 αναφορικά μέ τό ευαγγέλιο, τό όποιο «δύναμις γάρ Θεοϋ έστιν εις σωτηρίαν παντί τῷ πιστεύοντι».
Εάν συσχετίσουμε τά δύο κείμενα καί τά ερμηνεύσουμε αναλόγως, μπορούμε νά επισημάνουμε τά επόμενα σημεία: Σύμφωνα μέ τό Ρωμ. 1:16 τό ευαγγέλιο του Απ. Παύλου είναι«δύναμη γιά τήν σωτηρία», διότι είναι ό λόγος τοϋ Θεού κατά τό Α’ Θεσσ. 2:13.

           Καί ό λόγος τοϋ Θεού είναι aποτελεσματικός. Ώς λόγος τοϋ Θεού δέν μάς πληροφορεί απλώς γιά μία εξωτερική πραγματικότητα, αλλά δημιουργεί την πραγματικότητα αυτή, σύμφωνα καί μέ τη ρήση τοΰ προφήτη Ήσαία: «οὕτως ἔσται τὸ ρῆμά μου, ὃ ἐὰν ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ στόματός μου, οὐ μὴ ἀποστραφῇ, ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἂν ἠθέλησα καὶ εὐοδώσω τὰς ὁδούς μου καὶ τὰ ἐντάλματά μου.».[χχi ].
Αυτό επιτυγχάνεται μέ τό ευαγγέλιο τοΰ Απ. Παύλου, διότι μέ βάση τό Ρωμ 1: 3-4, είναι τό ευαγγέλιο τοΰ Θεοΰ «περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυῒδ κατὰ σάρκα, 4 τοῦ ὁρισθέντος υἱοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν». Μόνο μέ τήν έννοια αυτή κατανοείται καί τό Παύλειο κήρυγμα γιά τό «ευαγγέλιο».
Ή επίδρασή του εξαρτάται αποκλειστικά από αυτό τό περιεχόμενο.
Όταν ό Απόστολος στό Ρωμ. 1:16 αποκαλεί, όσους συμμετέχουν στή σωτηρία τοΰ ευαγγελίου παντί τω πιστεύοντι, χρησιμοποιεί_τήν δοτική προσωπική χαριστική μέ σκοπό νά διατυπώσει τό πρόσωπο εκείνο γιά λογαριασμό του οποίου συντελείται ένα πλεονέκτημα.
Σύμφωνα μέ τήν Παύλεια κατανόηση, ή πίστη χαριτώνει έτσι τό αντικείμενό της, εξαιτίας του μοναδικού χαρακτήρα τοΰ ευαγγελίου. ’Επειδή τό ευαγγέλιο δέν αρκείται νά πληροφορήσει περί τής σωτηρίας του Θεοΰ, αλλά κάνει τήν σωτηρία παρούσα στόν λόγο του κηρύγματος, έτσι καί εκείνοι οί όποιοι έχουν θετική αντίδραση καί συμφωνούν μέ τόν λόγο του ευαγγελίου, σημαίνει ότι πιστεύουν καί συμμετέχουν στό περιεχόμενό του.
Γιά αυτούς λοιπόν τούς ανθρώπους, τό Παύλειο κήρυγμα του ευαγγελίου είναι η δύναμη τον Θεού γιά τήν σωτηρία. Ή δοτική παντί τω πιστεύοντι έχει, όμως, καί ένα δεύτερο νόημα.
Δέν είναι μόνο δοτική χαριστική άλλά καί δοτική τοΰ κρίνοντος προσώπου (dativus iudicantis = φανερώνει τό πρόσωπο κατά τήν κρίση τοΰ οποίου ισχύει αυτό τό οποίο λέγεται στήν πρόταση).
«Καθένας» λοιπόν «ό οποίος πιστεύει», θεωρεί ότι τό ευαγγέλιο είναι «ή δύναμη τού Θεού γιά τήν σωτηρία». Αυτό συνιστά τήν πίστη του/της καί αυτό μεταστοιχειώνεται σέ δύναμη του Θεού γιά τήν σωτηρία. Ώς έκ τούτου, κανένα από αυτά δέν μπορεί νά διαχωριστεί από τό άλλο.
Καταλήγοντας […], μπορούμε νά εξετάσουμε καί τήν αλληλεπίδραση μεταξύ των εννοιών τής πίστης καί του Χριστού από μία προοπτική ή οποία μάς επιστρέφει καί πάλι στήν εισαγωγή.

     Ή «πίστη στό Χριστό», ή οποία είναι μία συγκεκριμένη θεώρηση του γεγονότος του Χριστού, ισχύει γιά ένα γεγονός τό οποίο εντοπίζεται στό παρελθόν.
Ή ερμηνεία , όμως, του γεγονότος αυτού μπορεί συγχρόνως νά γίνει παρούσα καί στήν εποχή τοΰ Απ. Παύλου αλλά καί στή σημερινή, μέσω τοΰ λόγου: στό Ρωμ. 1:16 ό Απόστολος τόν ονομάζει «ευαγγέλιον», καί στό Α’ Θεσσ. 2:13, «λόγον τοΰ Θεού». Ύπ’ αυτή τήν έννοια ακόμα καί σήμερα ευρισκόμεθα στήν ίδια ερμηνευτική θέση όπως ό Απόστολος.
Οι άνθρωποι οί όποιοι ακροώνται τήν ερμηνεία αυτή, όχι μόνον στήν εποχή τοΰ Άπ. Παύλου αλλά καί σήμερα, έχουν τήν δυνατότητα νά τήν απορρίψουν. Οί ίδιοι άνθρωποι μπορούν, όμως, καί νά συναινέσουν καί νά θεμελιώσουν τήν ζωή τους σέ αυτήν (τήν ερμηνεία). Αυτό ό Απόστολος θά τό αποκαλούσε πίστη.

V. Μία ευρύτερη προοπτική

Επιτρέψτε μου νά ολοκληρώσω […] μέ ορισμένες παρατηρήσεις οί όποιες προχωρούν πέραν τής έρευνας τής Καινής Διαθήκης. Θά έχετε ήδη αναγνωρίσει ότι ή παρούσα ερμηνεία γιά τήν ασφάλεια τής πίστης, ή ακόμη καί τή δόμηση τής πραγματικότητας μέσω τής πίστης, επηρεάζονται σέ μεγάλο βαθμό από τήν ερευνητική προσέγγιση τής κοινωνιολογίας τής γνώσης. Σύμφωνα μέ αυτήν, η γνώση ποτέ δέν μπορεί νά απεικονίζει μία πραγματικότητα, η οποία είναι ανεξάρτητη από τήν « αναγνωρίζουσα συνείδηση ». Είναι αυτή ή γνώση, τήν όποια ο Απ. Παύλος καλεί »πίστη».

     Η ιδιαιτερότητα τής κατανόησης αυτής είναι ότι συνδέει τήν πραγματικότητα, η οποία είναι τό αντικείμενο τής γνώσεως, μέ τόν Θεό. Ό Απόστολος γνωρίζει ασφαλώς πολύ καλά ότι υπάρχουν καί άλλες θεωρήσεις ή καί ερμηνείες του γεγονότος του Χριστού πέραν τής πίστεως, οί όποιες καί δέν τό εξηγούν (ενν. αυτό το γεγονός) σέ σχέση μέ τόν Θεό. Ό ίδιος θά αποκαλούσε αυτές τίς ερμηνείες ώς κατά σάρκα ερμηνείες ενώ στήν σημερινή εποχή αντίστοιχες ερμηνείες θά μπορούσαν νά χαρακτηρισθούν ώς «εμπειρικές», όπως γιά παράδειγμα, οι Ιστορικές, οι ψυχολογικές, οι οικονομικές, οι βιολογικές, ή καί οι κοινωνιολογικές ερμηνείες.

            Αυτές δέν έρχονται σέ αντίθεση ή δέν αποκλείουν ή μία την άλλη, αλλά θά μπορούσαν ακόμη καί νά συνυπάρχουν. Ή ερμηνεία του γεγονότος του Χριστού καί των άλλων γεγονότων, η όποια πραγματοποιείται από την πίστη, μπορεί να αποδεχθεί ουσιαστικά καί νά ενσωματώσει οποιαδήποτε άλλη εμπειρική ή κατά σάρκα ερμηνεία, η όποια όμως αποδέχεται τίς δικές της προϋποθέσεις.
Γιατί λοιπόν συμβαίνει αυτό;

                 Νομίζω ότι μπορούμε νά άναφέρουμε δύο κυρίως λόγους:
Ό πρώτος λόγος είναι ότι ή πίστη καί οί λεγόμενες «εμπειρικές» ερμηνείες έχουν ένα καί τό αύτό οντολογικό αξίωμα. Οι προαναφερθείσες ερμηνείες, όπως ή ιστορική, ή ψυχολογική, ή οικονομική, ή βιολογική, ή η κοινωνιολογική, δέν αναπαράγουν τήν οντική πραγματικότητα όπως είναι, αλλά συνολικά δέν είναι τίποτε άλλο παρά ερμηνείες τής πραγματικότητας. Ή μόνη διαφορά τους από τήν σύλληψη της πραγματικότητας υπό τής πίστεως είναι ότι η οντότητα τους καθορίζεται από διαφορετικές παραδοχές τής πραγματικότητας. Οί κατά σάρκα λοιπόν ερμηνείες μπορεί νά βρίσκονται σέ ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά όχι μέ τήν πίστη.
Ό δεύτερος λόγος σύμφωνα μέ τόν όποιο οί καλούμενες κατά σάρκα έρμηνεΐες μπορούν νά ενσωματωθούν στίς καλούμενες διά πίστεως – ερμηνείες (ή ερμηνείες τής πίστεως) είναι εύκολο νά αναγνωρισθεί. Οί παραδοχές των ερμηνειών αυτών γιά τήν πραγματικότητα βασίζονται στήν υπόθεση ότι ή πραγματικότητα μπορεί νά περιγράφει καί νά ερμηνευθεί χωρίς τήν χρήση κάποιας αναφοράς στόν Θεό.
Ώς έκ τούτου, οί ερμηνείες αυτές δέν ακυρώνουν τή θεώρηση καί τήν ερμηνεία τής πραγματικότητας υπό τό πρίσμα τής πίστης, καθώς ή πίστη παραμένει γιά τίς ίδιες πάντα απρόσιτη.
Ή σχέση μεταξύ τών δύο αυτών ειδών δόμησης τής πραγματικότητας απεικονίζεται σέ ένα περιστατικό τό όποιο συνέβη πριν δεκαετίες στήν Σοβιετική Ρωσία. Μία ηλικιωμένη γιαγιά προσευχόταν στήν εξώπορτα μίας κλειστής εκκλησίας μέ τά εξής λόγια: «Επουράνιε Κύριε, είσαι Αυτός ο όποιος δίδει τήν τροφή σέ κάθε σάρκα επειδή ή ακλόνητη αγάπη Σου διαρκεί αιώνια. Είμαι πάρα πολύ φτωχή γιά νά αγοράσω φαγητό. Λιμοκτονώ. Σέ ικετεύω. Σέ παρακαλώ, νά μου δώσεις αυτήν τήν ημέρα τόν επιούσιο άρτο μου».
Ένας αξιωματούχος τού ΚΚΣΕ, περνώντας από τό συγκεκριμένο σημείο, άκουσε τήν προσευχή τής γερόντισσας. Σταμάτησε, έβγαλε τό πορτοφόλι από τήν τσέπη του καί απευθυνόμενος στήν ηλικιωμένη γυναίκα, τής είπε: «Σταμάτησε αυτά τά δεισιδαιμονικά πράγματα. Πάρε δέκα ρούβλια. Πήγαινε στό παντοπωλείο καί άγόρασε κάτι γιά νά φας. Καί μάθε ότι όχι οί προσευχές, αλλά τά χρήματα θά σου παρέχουν τά τρόφιμα τά όποια χρειάζεσαι». Όταν συνέχισε νά περπατά ό κομματικός αξιωματούχος, άκουσε τήν ηλικιωμένη γιαγιά νά προσεύχεται καί πάλι προς τόν Θεό λέγοντας: «Κύριέ μου, σέ ευχαριστώ πολύ διότι απάντησες τόσο σύντομα στήν προσευχή μου».

————————————————————
i. ΒΛ. Γαλ. 6:10: «Άρα ούν ώς καιρόν έχομεν, έργαζώμεθα τό αγαθόν προς πάντας, μάλιστα δε πρός τούς οικείους τής πίστεως».
ii. Βλ. Γαλ. 3:7: «Γινώσκετε άρα ότι οί έκ πίστεως, ούτοί είσιν υιοί Αβραάμ», 3:9: «Ώστε οί έκ πίστεως εύλογοΰνται συν τφ πιστφ Αβραάμ».
iii. Βλ. Α’ Κορ.15:23, Γαλ. 5:24.
iv. iv Βλ. Α’ Θεσσ. 2:13.
v. Βλ. Φιλιπ. 1:27: «Μόνον άξίως τοΰ εύαγγελίου τού Χριστού πολιτεύεσθε, ΐνα είτε έλθών καί ίδών ύμάς, είτε απών, άκούσω τά περί ύμών, ότι στήκετε έν ένί πνεύματι, μι4 ψυχή συναθλοΰντες τή πίστει τοΰ εύαγγελίου».
vi. * Βλ. Ρωμ. 1:1,15:16, Β’ Κορ. 11:7, Α’ Θεσσ. 2:2, 8, 9),
vii. ^ Βλ. Ρωμ. 1:9; 15,19, Α’ Κορ. 9:12, Β’ Κορ.2:12,4,4; 9,13; 10,14, Γαλ. 1:7, Φιλ. 1:27“, Α’ Θεσσ. 3:2.
viii. ™ Βλ. Ρωμ 2:16, Β’ Κορ. 4:3, Α’ Θεσσ. 1:5.
ix. ix Βλ. Πλουτάρχου, Περί Αδολεσχίαας 503d. ουδέ πίστιν έχουσιν ής πάς λόγος έφίεται: τό γάρ οίκεϊον αύτοΰ τέλος τοΰτ’ έστί, πίστιν ένεργάσασθαι τοΐς άκούουσιν άπιστούνται δ’ οί λάλοι, καν άληθεύωσιν. ώσπερ γάρ ό πυρός εις άγγεΐον κατακλεισθείς. τφ μεν μέτρψ πλείων εύρίσκεται τή δε χρεία μοχθηρότερος, ούτω λόγος εις άδόλεσχον έμπεσών άνθρωπον πολύ ποιεί τού ψεύδους έπίμετρον, φ διαφθείρει τήν πίστιν».
x. Χ Βλ. Α’ Κορ. 16:13.
xi. 2_ corinthians 13-5
xii. galatians 2-20
xiii. λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου. 29 ἢ Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν; ναὶ καὶ ἐθνῶν, 30 ἐπείπερ εἷς ὁ Θεός, ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ πίστεως καὶ ἀκροβυστίαν διὰ τῆς πίστεως. Ρωμ. 3:28-30
xiv. οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ galatians 3,28
xv. εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανεν καὶ ἀνέστη Α’ Θεσσ.4:14.
xvi. Β’ Κορ. 5:16
xvii. Romans 3:25
xviii. Romans 3:25 -29
xix. Romans 5 1-9
xx. 55,11

Άρθρα

Αρέσει σε %d bloggers: