Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » Μηνύματα της Αποκάλυψης στη Λογοτεχνία του 20ού αιώνα

Μηνύματα της Αποκάλυψης στη Λογοτεχνία του 20ού αιώνα

Άρθρα

ΚΕΦΑΛΕΑ ΚΙΡΚΗ

Ό όρος Αποκάλυψη είναι σχεδόν πάντοτε επίκαιρος, με ποικίλες εφαρμογές πού υπερβαίνουν τό θεολογικό πεδίο. Οι δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι του 20ου αιώνα, μέ τά φρικιαστικά συμβάντα τους, έγιναν αφορμή για συζητήσεις μέ θέμα τό πε­ριεχόμενό του’

Αλλά και κατά τό δεύτερο μισό του αιώνα —μέ τον Ψυχρό Πόλε­μο και τή συνακόλουθη απειλή ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος, καί, τις τελευ­ταίες δεκαετίες, μέ την οικολογική κακοποίηση του πλανήτη, ή οποία τείνει να φτάσει σέ επικίνδυνες καταστάσεις— ό όρος χρησιμοποιείται μέ εντυπωσιακή συ­χνότητα.

Θά αναφέρουμε επίσης τή συχνή χρήση του γιά τον χαρακτηρισμό των γεγονότων τής 11ης Σεπτεμβρίου 20011. Βέβαια συνεχίζει νά είναι πάντοτε αντικείμενο θεολογικών προβληματισμών.

‘Ωστόσο τό περιεχόμενό του έχει σχέση καί μέ τήν ιστορία, καί γι’ αυτό ό όρος Αποκάλυψη συναντάται καί σέ κείμενα ιστορικοφιλοσοφικού αλλά καί πολιτικού χαρακτήρα2. ’Ακόμη, συνδέεται καί μέ εκείνο τό όποιο στήν τρέχουσα γλώσσα τής διανόησης χαρακτηρίζεται ώς υπαρξιακή αναζήτηση, δη­λαδή μέ ερωτήματα για τό νόημα τής ανθρώπινης υπόστασης καί τήν ανάγκη πλήρωσης του ανθρώπινου βίου.

Στον αιώνα πού παρήλθε, όπου ή αποϊεροποίηση του κόσμου έγινε σχεδόν πραγματικότητα, ορισμένες εγκόσμιες εξουσίες (λ.χ. ό Σταλινισμός ή ό Ναζισμός) ή ιδεολογικοποιημένα τεχνολογικά συστήματα (ή τεχνοκρατία) διεκδίκησαν τήν αποκλειστικότητα μιας έξ Αποκαλύψεως διαχείρισης του κόσμου.

Τό πρόβλημα πού ανέκυψε πρόσφατα μέ τήν κλωνοποίηση του ανθρώπου καί τα επακόλουθά της αφήνει να φανεί άλλη μια εκδοχή του τρόπου μέ τον οποίο τα ανθρώπινα επιτεύγματα στο πεδίο τής επιστήμης, αυτονομημένα, κατατείνουν σέ ένα “’Αποκαλυ­πτικό” υποκατάστατο, τό όποιο μπορεί νά μετατρέψει τον κόσμο σέ επίγεια κόλα­ση.

Έτσι ήταν φυσική ή συχνή εμφάνιση στή λογοτεχνία του 20οΰ αιώνα —συχνό­τερη άπ’ ό,τι σέ κάθε άλλον αιώνα— έργων πού θά μπορούσαν νά χαρακτηριστούν “’Αποκαλυπτικά”· έργων τόσων, ώστε νά προκαλούν τό θεωρητικό ενδιαφέρον των μελετητών, οι οποίοι πλέον μιλούν γιά ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, πού τό ορί­ζουν ώς έξής:

«“’Αποκάλυψη” είναι ένα είδος αποκαλυπτικής λογοτεχνίας μέ ένα αφηγηματικό πλαίσιο, στο οποίο μιά αποκάλυψη προς ένα άνθρώπινο αποδέκτη διαμεσολαβείται άπό ένα όν έκτος του κόσμου τούτου, φανερώνοντας μιάν υπερβατική πραγ­ματικότητα, πού είναι χρονική, στον βαθμό πού οραματίζεται μιάν εσχατολογική λύτρωση, καί συγχρόνως χωρική, στον βαθμό πού προϋποθέτει έναν άλλο, υπερφυσικό κόσμο»3.

Από άλλους μελετητές αντί του όρου ’Αποκάλυψη προτείνεται ό όρος αποκαλυπτισμός ώς πλέον κατάλληλος γιά νά δηλώσει «ένα σχήμα σκέψης ή μιά θέ­αση του κόσμου πού κυριαρχείται από τά είδη των ιδεών καί τά μοτίβα πού βρί­σκονται στις ’Αποκαλύψεις»4.

Οι ιδέες καί τά μοτίβα αυτά περιέχονται στους διά­φορους τύπους ’Αποκάλυψης, οι οποίοι περιγράφονται ώς παραδοσιακοί (πρωτόγο­νοι ή ιουδαιοχριστιανικοί), αντιχριστιανικοί, καί θύραθεν (Αποκάλυψη της Απελ­πισίας, Χιουμοριστική ’Αποκάλυψη)5, κάθε ένας άπό τούς οποίους περιέχει αποκαλυπτικά στοιχεία (προμηνύματα καταστροφής, σημεία του τέλους του χρόνου, δυνατότητες αναγέννησης ή μιας νέας ζωής).

Τό μεγαλύτερο μέρος τής ’Αποκα­λυπτικής λογοτεχνίας έχει βέβαια ώς πρότυπο τον πλέον σημαντικό από αυτούς τούς τύπους ’Αποκάλυψης, τον χριστιανικό, πού περιέχεται στήν Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή ’Ιωάννη.

Το σύντομο αυτό άρθρο δεν έχει σκοπό νά απαριθμήσει όλα τα σημαντικά έργα τής ’Αποκαλυπτικής λογοτεχνίας, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του αιώνα πού πέρασε. Αυτά θά μπορούσε νά τά βρει κάνεις στην πολύ χρήσιμη Encyclopedia of Apocalyptic Literature τής Valerie P. Zimparo (1996), στην οποία περιέχεται κι ή επί του θέματος αγγλόφωνη βιβλιογραφία6.

Θά αναφερθούν μόνο, δειγματοληπτικά, μερικά σημαντικά ή χαρακτηριστικά ξένα κείμενα, ορισμένα άπό τά οποί άσκησαν επίδραση στη λογοτεχνία μας, καί οι σημαντικότερες, κατά τή γνώμη μας, εκφράσεις ’Αποκαλυπτικού πνεύματος στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Το πρώτο χρονικά δυτικό λογοτέχνημα τού αιώνα που είναι διαποτισμένο άπ΄ το πνεύμα τής ’Αποκάλυψης είναι ή νουβέλα Ή καρδιά του σκότους (1902) το πολωνικής καταγωγής αγγλόφωνου συγγραφέα Joseph Conrad.

Βασισμένο στίς βιωμένες εμπειρίες του Conrad ώς πιλότου ατμόπλοιου στο τότε βελγικό Κογκό ή νουβέλα αναπαριστά την ατμόσφαιρα τής ηθικής παρακμής πού κυριαρχεί όταν σε μιά κοινωνία απουσιάζει ή θρησκευτική αναζήτηση.

Ή αναπαράσταση γίνεται μέ τήν περιγραφή τής βίας, τής εκμετάλλευσης και τής αδικίας, πού επιβάλλουν έν ονόματι του ευρωπαϊκού πολιτισμού στούς ιθαγενείς οι αποικιοκρατικές δυνάμεις.

Ό αφηγητής ταξιδεύοντας στον ποταμό προς τό κέντρο τής ζούγκλας σι αναζήτηση τού κ. Κούρτς, τού επικεφαλής ένός σταθμού μιας εταιρείας ελεφαντοστού, υφίσταται μιά σειρά δοκιμασιών πού οικοδομούν ένα αποκαλυπτικό συναίσθημα.

Ανακαλύπτει ότι οί εργασίες του σταθμού ανθούν όχι χάρη σέ χρηστή διαχεί­ριση αλλά επειδή ό Κούρτς, του οποίου ή ψυχική ισορροπία έχει δια ταραχθεί εξαιτίας τής παρουσίας του στήν «καρδιά του σκότους», έχει μεταβληθεί σέ ώμο δυ­νάστη, τον οποίο οί ιθαγενείς φοβούνται καί, συγχρόνως, λατρεύουν γιά τή δύνα­μή του.

Δεν είναι χωρίς σημασία ότι ή περίφημη ταινία ’’Αποκάλυψη τώρα»! του Francis Coppola (1979), πού θεωρείται ώς ή ουσιαστικότερη κινηματογραφική πραγμάτευση τού πολέμου των ’Αμερικανών στο Βιετνάμ, αναπαράγει ετεροχρονικώς και ετεροτοπικώς τήν αφήγηση του Ή καρδιά του σκότους. Ή σταδιακή εκδίπλωση τής ιστορίας τού Κούρτς επιτρέπει στον αφηγητή νά πραγματοποιήσει τήν προσωπική του αναζήτηση, πού φτάνει στήν ολοκλήρωσή της καθώς ακούει τά επιθανάτια λόγια τού άρρωστου Κούρτς («Ή φρίκη! Ή φρίκη!»), τά οποία, προφερόμενα από τά χείλη ενός ανθρώπου πού είχε αυτοαναγορευτεί σέ μορφή θεϊκή καί αποκαλυπτικά του απύθμενου σκότους πού μπορεί νά φωλιάζει στά βάθη τής ανθρώπινης ψυχής, κάνουν τον αφηγητή άλλο άνθρωπο.

Ή νουβέλα του Conrad θα μπορούσε να θεωρηθεί έργο “προφητικό”, αφού λί­γα χρόνια αργότερα ή Ευρώπη θα βυθιζόταν στο σκότος του Πρώτου Παγκοσμί­ου Πολέμου.

Καί ήταν ασφαλώς ή εμπειρία αυτής της φρικτής ανθρωποσφαγής τό βιωματικό υπόστρωμα ενός από τα καλύτερα ποιήματα του Ιρλανδού ποιητή W. Β. Yeats. Γραμμένο τον ’Ιανουάριο του 1919, λίγους μήνες μετά τή λήξη του πο­λέμου, καί δημοσιευμένο τό 1920, τό ποίημα αυτό είναι μια από τις πρώτες καλ­λιτεχνικές μαρτυρίες του γεγονότος ότι ό πόλεμος αυτός είχε προσληφθεί από τούς ανθρώπους τής εποχής ώς ένα φαινόμενο ’Αποκαλυπτικών διαστάσεων. Παραθέ­τω τή μετάφραση του ποιήματος άπό τον Γιώργο Σεφέρη:

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους πού πλαταίνουν.

Τό γεράκι δέν μπορεί ν’ ακούσει πια τό γερακάρη-

Τα πάντα γίνουνται κομμάτια- τό κέντρο δεν άντέχει.

Ώμή άναρχία λύθηκε στην οικουμένη,

Απ’ τό αίμα βουρκωμένος λύθηκε ό ποταμός, και παντού.

Ή τελετή τής άθωότητας πνίγεται-

Οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι.

Είναι γεμάτοι άπό την ένταση του πάθους.

Σίγουρα κάποια αποκάλυψη θά είναι κοντά-

Σίγουρα ή Δευτέρα Παρουσία θά είναι κοντά.

Ή Δευτέρα Παρουσία! Δεν πρόφταξα νά σώσω αύτό τό λόγο.

Καί μιά μεγάλη εικόνα γέννημα του Spiritus Mundi

Θολώνει τή ματιά μου: κάπου στην άμμο τής έρημου .

Μορφή με σώμα λιονταριού και τό κεφάλι ανθρώπου,

°Ένα άδειο βλέμμα κι αλύπητο σάν ήλιος,

Κινείται με μηρούς άργούς, καθώς τριγύρω .

Στροβιλίζουνται ίσκιοι άγαναχτισμένων πουλιών.

Τό σκοτάδι ξαναπέφτει- τώρα όμως ξέρω

Πώς είκοσι βασανισμένοι αιώνες πετρωμένου ύπνου

Κεντρίστηκαν άπό ένα λίκνο λικνισμένο κατά τό βραχνά,

Και ποιό άνήμερο θεριό, μιά πού ήρθε τέλος ή ώρα του,

Μουντά βαδίζει γιά νά γεννηθεί προς τή Βηθλεέμ7.

Εκφράζοντας τις απόψεις του Yeats γιά την κυκλική κίνηση τής ‘Ιστορίας, τό ποίημα περιγράφει την αυξανόμενη αποστασία του σύγχρονου άνθρώπου, πού έχει αφεθεί σε δαιμονικές επιδράσεις σάν εκείνες πού περιγράφει ό Ευαγγελιστής στην Αποκάλυψη, και το αναπότρεπτο χάος πού απειλεί τή σταθερότητα του κόσμου του.

Ό στίχος

Τα πάντα γίνουνται κομμάτια- το κέντρο δεν αντέχει

Things fall apart; the center cannot hold

είχε γίνει κατά τή διάρκεια του μεσοπολέμου —καί χρησιμοποιείται ακόμη καί σήμερα ώς— ’Αποκαλυπτικό απόφθεγμα, “προφητικό”, όπως θά αποδεικνυόταν σέ λίγο, τής δεύτερης παγκόσμιας σύρραξης. Εξίσου περίφημοι έχουν γίνει καί οι στίχοι

Οί καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι

Είναι γεμάτοι άπό την ένταση του πάθους

The best lack all conviction, while the worst Are full of passionate intensity

γιά τή λεπτότητα μέ τήν οποία περιγράφουν τήν ηθική αποσύνθεση τής εποχής· περιγραφή πού μάς προετοιμάζει γιά τήν εικόνα ενός επικείμενου τέλους: Αν ή ανθρωπότητα συνεχίσει τήν κυκλική της πορεία προς τήν αυτοκαταστροφή, τότε αναπόδραστη συνέπεια θά είναι ή άφιξη του επερχόμενου τέρατος.

Ή ‘Έρημη Χώρα του Αγγλοποιημένου Αμερικανού Τ. S. Eliot θεωρείται τό χαρακτηριστικότερο δείγμα του κλίματος του ευρωπαϊκού Μοντερνισμού. Τυπωμένη δύο χρόνια μετά τή δημοσίευση του ποιήματος του Yeats αντανακλά ένα ανάλογο συναίσθημα, πού εκφράζεται μέ τήν αναζήτηση ενός ζείδωρου νοήματος σέ έναν κόσμο πού μαστίζεται άπό πνευματική καί ηθική ξηρασία, στήν οποία έχει οδηγήσει ή απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου άπό τό αίσθημα του ιερού, Εικόνες επερχόμενης καταστροφής, μέσα στο ποίημα, δημιουργούν μιάν ατμόσφαιρα ’Αποκάλυψης:

Ποιος είναι αυτός ό ήχος Ψηλά στον αέρα

Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού;

Ποιες είναι αυτές οί κουκουλωμένες ορδές πού μερμηγκιάζουν Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης Ζωσμένες άπό τον ορίζοντα τό χαμηλό μονάχα;

Ποιά είναι ή πολιτεία πέρα άπ’ τα βουνά;

Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μές στο μενεξεδένιο άέρα Πύργοι πέφτουν

Ιερουσαλήμ ’Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λ άντρα

Ανύπαρχτες.

«Ό Έλιοτ», γράφει ό Σεφέρης, πού μετέφρασε (1936) το ποίημα, «έδωσε όσο κανένας άλλος, άν όχι το έπος μιας εποχής, καθώς έγραψαν, τουλάχιστον το έπος ενός βασικού συναισθήματος μιας στιγμής τής ιστορίας. […] Τή στιγμή που ή αποσύνθεση απλωνόταν τριγύρω του, τό ένιωσε και το φώναξε» 8.

Ας σημειω­θεί ότι το συναίσθημα αυτό συνομιλεί καί μέ τό συναίσθημα τής νουβέλας τού Conrad, αφού ό Έλιοτ είχε επιγράψει τό ποίημά του μέ τά επιθανάτια λόγια («Ή φρίκη! Ή φρίκη!») τού Κούρτς 9. Μέ μια φράση από την Καρδιά του σκότους («Κύριο Κούρτς – πέτανε» : «Mistah Kurtz he dead») είχε, έπίσης, επιγράψει ό Έλιοτ και ένα άλλο σημαντικό ποίημά του τής ίδιας εποχής, ομόσημο μέ την «Έρημη Χώρα, τό «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925), τό οποίο έπίσης μετέφρασε ό Σεφέρης10.

Παρότι τό ποίημα αυτό δέν θά έπρεπε να θεωρηθεί ένα απλό παράρτημα τής Έρημης Χώρας, μπορεί νά διαβαστεί ώς μια επέκταση τού ίδιου σχήματος αναζήτησης καί αποτυχίας. ’

Αλλά καί ό παραλληλισμός του μέ τή νουβέλα του Conrad βρίσκεται στο κοινό μέ αυτήν θέμα τής ηθικής πτώσης εξαιτίας τής απομάκρυνσης από τήν αναζήτηση τού καλού, καί τής απελπισίας εξαιτίας τής επακόλουθης ενοχής.

Τό όλο ποίημα κυριαρχείται άπό τή φρίκη μιας επίγειας κόλα­σης:

Ανάμεσα στον πόθο

Και στον σπασμό ’

Ανάμεσα στη δύναμη

Και στην ύπαρξη ’

Ανάμεσα στην ουσία

Και στην κάθοδο

Ή Σκιά πέφτει

Οτι Σοῦ έστίν ή Βασιλεία

«Οτι Σοῦ έστίν

Είναι η ζωη

«Οτι Σοῦ έστίν ή

Ετσι τελειώνει ό κόσμος “

Ετσι τελειώνει ό κόσμος

Έτσι τελειώνει ό κόσμος

Όχι μ’ ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό.

Προαισθαντική περισσότερο τής τραγωδίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πού επρόκειτο να ξεσπάσει πολύ σύντομα, παρά αλληγορία τής προηγούμενης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής, χωρίς τήν όποια όμως δεν είναι βέβαιο ότι θά είχε γραφεί, είναι ή ποιητική σύνθεση «Οι τέσσερις ιππείς» του Γάλλου συγγρα­φέα (ποιητή καί μυθιστοριογράφου) Pierre Jean Jouve, ή οποία περιέχεται στο βι­βλίο του μέ τον ενδεικτικό τίτλο Kyrie (1938). ’

Έπειτα από τη θρησκευτική με­ταστροφή του σέ μιαν ανορθόδοξη εκδοχή του Ρωμαιοκαθολικισμού, πού τον έκα­νε να αποκηρύξει τα πρώτα, Συμβολιστικά κυρίως, λογοτεχνικά του έργα, ό Jouve διαμόρφωσε ένα νέο ποιητικό “πιστεύω”, πού τό χαρακτηρίζει μια τραγικότητα, ή οποία, όπως γράφουν ορισμένοι μελετητές του, πηγάζει από μια βαθιά αίσθηση του προπατορικού αμαρτήματος11.

Ό Jouve, πού είχε γνωρίσει σχεδόν ταυτόχρο­να τα κείμενα του Καθολικού μυστικισμού καί τη φροϋδική ψυχανάλυση, συγχω­νεύει σέ αυτή τήν ώριμη περίοδό του τήν εξερεύνηση του ασυνειδήτου καί τήν ερωτικό-θρησκευτική θεματική σέ ένα αίτημα θεολογικού τύπου, τό οποίο αναθέτει στήν ποίηση έναν εξαγνιστικό ρόλο.

Τό έργο του γίνεται έτσι ένα ’Αποκαλυπτικό όραμα τής ανθρώπινης μοίρας, πού υλοποιείται μέ εικόνες αίματος, αμαρτίας καί οργής.

Αναπλάθοντας μέ τή δική του ποιητική φαντασία τούς συμβολισμούς των τεσσάρων ίππων τής ’Αποκάλυψης12, ό Jouve μέ τούς «Τέσσερις ιππείς» γράφει ένα έργο πού θά μπορούσε νά διαβαστεί ώς μια ποιητική διασκευή, μέ τούς ποιη­τικούς όρους τής εποχής του, του αρχαίου κειμένου.

Ή σύνθεση αποτελείται άπό πέντε μέρη: μια εισαγωγή («»Οταν τό άρνί ώς έσφαγμένον…») καί τέσσερα ποιή­ματα, πού τό καθένα έχει ώς τίτλο τήν εικόνα των ίππων τής ’Αποκάλυψης («’Ίππος λευκός», «Ίππος πυρρός», «»Ιππος μέλας», «»Ιππος χλωρός»).

Πα­ραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (στή μετάφραση του Ελύτη):

Ίππος δεύτερος τού κολασμού

Πυρρός είσαι! Σιδεροβρόντα ή χαίτη σου

Καθώς γεννιόσουν. Ή άρμοσιά σου ή φοβερή

Πιάνει ώς τα βάθη τ’ ουρανού. Βουτηγμένος στον ιδρώτα

Και με τον κρότο πού οί κλειδώσεις οι πελώριες των ποδιών σου

Κάνουν, αποπνέεις ολόκληρος τον έρωτα, όμως ακόμη πιο πολύ

Αποπνέεις το φόνο και το χλιμίντρισμά σου

Μακριά σκορπάει άπ’ τις καρδιές τών χοίρων τα κοπάδια.

Μηχανή τού τρόμου καίγοντας κάτω άπ’ τις λεπιδωτές φολίδες σου

«Ίππος έσύ πηγή τών οδυρμών

«Ομοιος μέ το άγαλμα τού έφιππου στο νεκροταφείο

Ά τί κακοστεκούμενα τα κάστρα κι οι θωρακισμοί

Πού υψώθηκαν μέ βία τό προχώρεμά σου ν’ ανακόψουν

Επειδή και μόνον ή ματιά σου βάζει δεσμά στούς λεύτερους

Πού σφάζουνται αναμεταξύ τους καί τό χέρι σου μόνον

Πάνου στα έθνη απιθωμένο ανοίγει μια πληγή

Και τό σπέρμα σου μόνον πού ανεβαίνει γίνεται

Ή μεγάλη σπάθα πού αφαιρεί φωμι και ειρήνη άπό τον κόσμο13.

Οί «Τέσσερις ιππείς» είναι ένα άπό τα έργα του Jouve πού εκφράζουν την αντίληψή του για μια -όπως γράφει ό Ελύτης, πού μετέφρασε τη σύνθεση— «Κο­σμική Ενότητα χαμένη, πού βαδίζει αιμόφυρτη […] ώς την υπέρτατη Γιατρειά».

Λύτρωση πού μπορεί να την προσφέρει μόνο «ή αναζήτηση ενός ιδεώδους ικανού να προβληθεί πέραν από τα όρια του θανάτου, σαν ανασύσταση μυστικών στοιχεί­ων ολότελα παρθένων (άλλα καταδικασμένων προθανατικά να συζούν μέ την απειρία τών εκδηλώσεων του Κακού)»14.

Επιστρέφοντας στην πεζογραφία θά πρέπει να αναφέρουμε τό Άβεσαλώμ, Άβεσαλώμ! του William Faulkner (1936), ένα άπό τα σημαντικότερα αμερικανικά μυθιστορήματα, γραμμένο σέ μια περίοδο κατά την οποία ό συγγραφέας του αναζητούσε μιάν έξοδο άπό την ηθική διάλυση τής εποχής του.

Ό κεντρικός ήρωας είναι μιά δαιμονική μορφή, γύρω από τήν οποία διαδραματίζεται μιά σειρά άπό τρα­γικά γεγονότα πού αφορούν τή ζωή ορισμένων οικογενειών του βορειοαμερικανικού νότου.

Ή χρήση τής Ιουδαίο-χριστιανικής Αποκαλυπτικής παράδοσης σέ αυτό τό μυθιστόρημα είναι, όπως σημειώνει ένας μελετητής, κλασική.

Σύμφωνα μέ αυτή την παράδοση «είναι ή σκοτεινή στιγμή της αλήθειας για τον εαυτό τους εκείνη πού θά κρίνει αν πρέπει να παραχωρηθεί νέα ζωή σέ όσους αποδειχθούν άξιοι του βασιλείου»15.

Ή υπόθεση του μυθιστορήματος τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ένας μυστηριώδης ξένος, ό Thomas Sutpen, εισβάλλει στήν πρωτεύουσα μιας περιοχής πού έχει το φανταστικό όνομα Yoknapatawpha μέ μια ομάδα ανθρώπων καί άμαξες γεμάτες όπλα καί εργαλεία —μια είσοδος αντάξια εκείνης των τεσσάρων ιππέων τής ’Αποκάλυψης 16— μέ σκοπό να μεταβάλει μια μεγάλη άγονη περιοχή σέ επίγειο παράδεισο.

Ό τίτλος του μυθιστορήματος παραπέμπει στήν τραγική βιβλική ιστορία του βασιλέως Δαβίδ καί του γιου του Άβεσαλώμ17, ή οποία, μέ τίς αναλογίες της μέ τήν οικογενειακή ιστορία του Sutpen, λειτουργεί’ για τον αναγνώστη σαν ένα είδος Ελιοτικής «αντικειμενικής συστοιχίας». Γιά νά πραγματοποιήσει τό μεγαλειώδες σχέδιό του ό Sutpen δέν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο.

Εγκαταλείπει τή γυναίκα του καί το παιδί του, εκμεταλλεύεται απάνθρωπα τούς εργάτες του, νυμφεύεται μια δεύτερη σύζυγο γιά νά ανέλθει κοινωνικά, καί γενικά καταστρέφει αμείλικτα οποιονδήποτε —μέλος τής οικογενείας του, φίλο, εχθρό— πού στέκεται εμπόδιο στήν πραγματοποίηση των σχεδίων του.

Οΐ πράξεις του μετατρέπουν τον τόπο των ονείρων του σέ έναν προσωπικό Άρμαγεδώνα, πεδίο σύγκρουσης του Καλού (οΐ προθέσεις του ηρώα) μέ τό Κακό (ή αλόγιστη καί εγωκεντρική προσπάθεια πραγματοποίησης των σκοπών του, πού θά τον οδηγήσει στήν τραγική πτώση). Τό Ά6εσαλώμ, Άβεσαλώμ!, παρά τον ωμό ρεα­λισμό του, είναι ένα μυθιστόρημα μιας θρησκευτικών διαστάσεων αναζήτησης, καθώς ή συνομιλία του μέ τή Βίβλο18 του παρέχει ένα πλαίσιο πού αναδεικνύει τήν υφή του ηθικού του αιτήματος.

Ανάλογο είναι καί τό διακειμενικό πλαίσιο του μυθιστορήματος Cat’s Cradle του επίσης Αμερικανού συγγραφέα Kurt Vonnegut, Jr., τό όνομα του πρωταγωνι­στή του όποιου, ’Ιωνάς-’Ιωάννης, παραπέμπει συνδυαστικά στον «Ιωνά» τής Παλαιάς Διαθήκης καί στήν ’Αποκάλυψη.

Τό μυθιστόρημα σατιρίζει τήν ανθρώπινη παράνοια καί τίς άλογες χρήσεις τής τεχνολογίας στον σύγχρονο κόσμο, τό βαθύτερο όμως θέμα του είναι οι καταστρεπτικές συνέπειες άπό τήν έλλειψη ηθικοί) οράματος στήν κοινωνία τής έποχής μας. Ό πρωταγωνιστής είναι ένας συγγρα­φέας ό οποίος συγκεντρώνει στοιχεία γιά τή συγγραφή ενός βιβλίου πού θά έχει τόν τίτλο ‘Ή ήμερα πού τελείωσε ό κόσμος» καί θά εξιστορεί τί έκαναν οι σημαντικοί ’Αμερικανοί τήν ημέρα πού έπεσε ή πρώτη ατομική βόμβα στή Χιροσίμα..

Στήν προσπάθεια του νά συλλέξει το υλικό του συναντά τά παιδιά ενός μεγάλου φυσικού επιστήμονα, που έχει πεθάνει, από τά οποία παίρνει πληροφορίες γιά τή συμμετοχή του πατέρα τους στην κατασκευή τής βόμβας.

Αποκαλύπτεται ότι πριν από τον θάνατό του ό φυσικός εργαζόταν σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα, προϊόν του οποίου ήταν ένα στοιχείο που είχε τήν ιδιότητα νά καταψύχει αμέσως κάθε τι μέ τό όποιο θά ερχόταν σε επαφή. «

Έχοντας επίγνωση τής καταστρεπτικής δύναμης τής άνακάλυψης («’Ακόμη και οι σταγόνες τής βροχής θά μπορούσαν νά μεταβληθούν σε χοντρόκαρφα, κι αυτό θά ήταν τό τέλος του κόσμου!»), καί πριν ακόμα ανακοινώ­σει τή γέννηση του Αποκαλυπτικού του “τέρατος”, ό φυσικός πεθαίνει τήν παρα­μονή των Χριστουγέννων (ό συσχετισμός μέ τό τέρας του ποιήματος του Yeats, τό όποιο «βαδίζει γιά νά γεννηθεί προς τή Βηθλεέμ», γίνεται αναπόφευκτος), έχο­ντας όμως προλάβει νά μιλήσει στά παιδιά του γιά τήν ανακάλυψη. Αύτά μοιρά­ζονται τό υλικό της και κρατούν τήν ανακάλυψη μυστική περιμένοντας τήν ευκαι­ρία νά πλουτίσουν άπό αυτή.

Ή ανακάλυψη οδηγεί τελικά στήν καταστροφή του κόσμου μέ επίκεντρό της τήν καταστροφή τής Δημοκρατίας του Σάν Λορέντσο, ένός φανταστικού κράτους, στο όποιο ό πρεσβύτερος γιος του φυσικού είχε κατορ­θώσει, χάρη στο μυστικό όπλο του, νά γίνει υποστράτηγος και υπουργός Προόδου και Επιστημών, καί στο όποιο είχε εξαπλωθεί μιά επικερδής γιά τούς κήρυκές της ψευδοθρησκεία βασισμένη στήν αφέλεια και τήν ανάγκη των ανθρώπων γιά κάποια πίστη.

Παρά τά τολμηρό ύφος του κειμένου καί τήν “ασεβή” του διάθεση, τά θέμα­τά του —ή δίψα του πλούτου, τά ηθικά προβλήματα τά αναφερόμενα στις χρήσεις των επιστημονικών ανακαλύψεων, ή εκμετάλλευση του θρησκευτικού αισθήμα­τος— καθώς προβάλλονται μέ φόντο τό τοπίο των δύο βιβλικών κειμένων πού άναφέραμε, αναδεικνύουν τό ηθικό αίτημα του μυθιστορήματος καθιστώντας το ένα άπό τά χαρακτηριστικότερα έργα τής σύγχρονης ’Αποκαλυπτικής λογοτεχνίας.

Εμφανέστερη είναι ή παρουσία τής ’Αποκάλυψης στο συνθετικό έργο Τό βύθισμα του Τιτανικού (1978) του Γερμανού ποιητή Hans Magnus Enzensberger19.

Τό έργο συνομιλεί επίσης μέ τή δαντική «Κόλαση» (αποτελείται άπό 33 άσμα­τα, αριθμός πού παραπέμπει στον αριθμό τών ασμάτων του κάθε μέρους τής Θεί­ας Κωμωδίας 20, καί περιέχει αρκετές δαντικές αναφορές).

Ό ποιητής χρησιμοποιεί ένα ιστορικό γεγονός πού έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις —τό ναυάγιο, κατά τό παρθενικό του ταξίδι, του κολοσσιαίου υπερωκεανίου— γιά νά γράψει τήν αλληγορία μιας παρακμής καί πτώσης.

Συγχρόνως χειρίζεται μέ μεγάλη δεξιοτεχνία τό μοντερνιστικό τέχνασμα τής mise en abyme, τής αυτοαναφορικής έκφρασης πού έχει ώς αντικείμενό της όχι την τέχνη γενικά, αλλά το ίδιο τό γραφόμενο —τό συ­γκεκριμένο— έργο21, έτσι ώστε Τό βύθισμα τού Τιτανικού, καθώς κάνει λόγο καί για την ίδια τη συγγραφή του, να περιέχει καί ένα δεύτερο θέμα, εκείνο τής σχέ­σης τής ποίησης μέ το αντικείμενο τής πραγμάτευσής της καί μέ τον συμβολισμό αυτού του αντικειμένου.

‘Όλα όμως αύτά συμβαίνουν μέσα σέ ένα οπτικό πλαίσιο πού ορίζεται άπό το κείμενο του Ευαγγελιστή ’Ιωάννη, όπως δηλώνεται σέ ένα άπό τα κεντρικότερα σημεία του έργου, στο τμήμα πού επιγράφεται «’Αποκάλυ­ψη. Ούμβριος ζωγράφος, c.1490», τό οποίο περιγράφει την προσπάθεια ενός με­γάλου ζωγράφου τής ιταλικής ’Αναγέννησης να ζωγραφίσει έναν πίνακα μέ θέμα την ’Αποκάλυψη:

…Πώς να ζωγραφίσεις την Ημέρα της Κρίσεως; Τις πυρκαγιές,

τα νησιά πού θα βουλιάξουν, τούς κεραυνούς, τα τείχη

τούς πύργους καί τα παλάτια πού θα γκρεμιστούν:

θέματα τεχνικής, προβλήματα σύνθεσης.

Ή καταστροφή τού κόσμου είναι δύσκολο εγχείρημα.

Τό δυσκολότερο είναι να ζωγραφίσεις τούς ήχους —λόγου χάρη

τό καταπέτασμα πού θά σχιστεί του ναού, τό ουρλιαχτό

των θηρίων, τις βροντές των κεραυνών. Τα πάντα,

βλέπεις, πρέπει να γίνουν κομμάτια. […] «Ολα

στο χρώμα τής ώχρας, τώρα, χωρίς σκιά, άκίνητα,

πετρωμένα σέ ένα είδος δαιμονικής αιωνιότητας,

έκτος άπό τον πίνακα, πού μεγαλώνει

καί σκοτεινιάζει αργά, ρουφώντας τις σκιές,

μολυβδόχρωμος, μελανιασμένος, caput mortuum,

ρουφώντας δαίμονες καί ιππείς καί σφαγές…

Τό Βύθισμα του Τιτανικού υπερβαίνει την περιγραφή τής υπεροψίας πού γεν­νιέται στον άνθρωπο άπό την πεποίθηση ότι τα τεχνικά επιτεύγματα μπορούν νά μείνουν αλώβητα άπό τά στοιχεία τής φύσεως.

Τό ναυάγιο του —θεωρούμενου αβύθιστου— υπερωκεανίου γίνεται γιά τον Enzensberger σύμβολο ένός ευρύτερου ναυαγίου, εκείνου των άξιων του δυτικού πολιτισμού. Βέβαια στον βαθμό πού ή αλληγόρηση αυτή υπαγορεύεται καί από τήν αντικαπιταλιστική ιδεολογία του ποιητή (υπάρχουν αρκετά σημεία στο έργο πού το υποδηλώνουν αυτό) αποκτά ανα­πόφευκτα καί έναν τόνο πολιτικό.

‘Όμως τον τόνο αυτό καθιστά δευτερεύοντα ή ηθική διάσταση του έργου πού, καθώς είναι σύμφυτη μέ ένα αίσθημα τραγικότη­τας τής ανθρώπινης μοίρας, δίνει στο έργο την αίσθηση μιάς αρνητικής θεολογίας.

Οι «Έλληνες ποιητές του 20οϋ αιώνα δεν μπορούσαν να μείνουν αδιάφοροι στην ποιητική δύναμη τού προφητικού βιβλίου τής Καινής Διαθήκης, ούτε βέβαια καί στο μήνυμά του, τό οποίο ήδη από τον 17ο αιώνα, συνδεδεμένο καί μέ εθνικές προσδοκίες, είχε γονιμοποιήσει τόσο τη λαϊκή φαντασία (’Αγαθάγγελος- λαϊκότρο­πες προφητικές αφηγήσεις) όσο καί τη λόγια (βλ. κυρίως τή Γυναίκα τής ΖάκυΘος του Σολωμού 22 καί τό τέταρτο άσμα —«Άποκάλυψις»— του Άθανάση Διάκου του Βαλαωρίτη).

Δέν είναι χωρίς σημασία τό γεγονός ότι δύο από τούς μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα, ό Σεφέρης καί ό Ελύτης, αισθάνθηκαν τήν ανάγκη να με­ταφράσουν τήν ’Αποκάλυψη 23.

«Ή ’Αποκάλυψη», γράφει ό Σεφέρης, «δέν είναι κείμενο ένός λαού καί μιάς γενεάς ανθρώπων, αλλά όλων των καιρών καί όλων των γενεών. […] Πήρα τήν απόφαση [να τή μεταγράψω στή νεοελληνική], γιατί πιστεύω πώς ή εργασία μου προσφέρει κάτι στήν κοινωνία όπου μ’ έταξε ό Θεός» 24.

Τό πρώτο ’Αποκαλυπτικό έργο τής ελληνικής λογοτεχνίας του 20οΰ αιώνα είναι ό «Προφητικός», ό όγδοος «Λόγος» του παλαμικού Δωδεκάλογου του Γύ­φτου (1907). Ή διαφορά του περιεχομένου τής προφητείας αυτού του ποιήματος από εκείνο τής ’Αποκάλυψης είναι ότι ή προφητεία τήν όποια εξαγγέλλει αφορά τό μέλλον όχι τής ανθρωπότητας άλλα ενός έθνους.

Περιγράφοντας τήν κατάσταση τής παρακμής στήν όποια είχε περιέλθει τό Βυζάντιο, μέ επίκεντρο τής περι­γραφής τήν ημέρα μιάς ξέφρενης γιορτής στον Ιππόδρομο τής Κωνσταντινουπό­λεως λίγο πριν άπό τήν «Άλωση, ό ποιητής εισάγει έναν Προφήτη, ό οποίος μιλά για τήν επικείμενη πτώση:

Μέσ’ στις παινεμένες χώρες, Χώρα

παινεμένη, θάρθη κ’ ή ώρα,

και θα πέσης, χι από σέν’ άπάνου ή Φήμη

το στερνό τό σάλπισμά της θά σαλπίση

σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση. […]

Και τό πέσιμό σου θά βροντήξη

κ ’ ένα μοιρολόι σου θά ουρλιάση,

και τό μοιρολόι σου θά τό πνίξη

άπό πάνω σου αλαλάζοντας μία πλάση.

Μια καινούρια πλάση, μια γεννήτρα

θά φουντωσή άπ’ τά χαλάσματά σου,

κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα,

διαλαλήτρα μοναχά τής ασκήμιας σου…

Ό Προφήτης αυτός είναι ό ίδιος ό ποιητής, ή είναι ένας ποιητής. «»Αν χρειά­ζεται», γράφει ό Παλαμάς, «τό μέτωπο του ποιητή να του τό σφραγίσουμε μέ μιά λέξη πού νά μας ξυπνά ακέριο τό νόημα τής αποστολής του, καμία λέξη δεν θά ταίριαζε για τούτο περισσότερο άπό τη λέξη Προφήτης»25.

Ό τόνος των παραπά­νω στίχων, πού πηγάζει από τό εσχατολογικό τους μήνυμα, αναπαράγει βέβαια τόν συνήθη τόνο των προφητικών κειμένων. ‘Ωστόσο τό σημείο πού δείχνει ότι ό Παλαμάς στην περιγραφή του τής παρακμής τής βυζαντινής Πολιτείας θά πρέπει νά είχε ώς πρότυπο τη Βαβυλώνα τής ’Αποκάλυψης είναι ή προσωποποίηση των δύ­ο πολιτειών. Ή προσωποποίηση αυτή, πού απεικονίζει τό Βυζάντιο ώς ανθρώπινη ψυχή «κολασμένη από την αμαρτία» καί «παραδαρμένη άπό τό κρίμα», μέ τή σάρκα της σε σήψη («Και θά φυγής κι άπ’ τό σάπιο τό κορμί») φαίνεται νά ανα­παράγει την εικόνα τής πόρνης Βαβυλώνας, πού πρόκειται νά χάσει τόσο τήν «ψυχή» της 26 όσο καί τη «σάρκα» της27:

Κ’ ή Ψυχή σου, ώ Πολιτεία,

κολασμένη άπό τήν αμαρτία,

νεκρή αφήνοντας εσένα

θά πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.

Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους,

θά σπαράζη και θά πλέη μέσ’ στά σκοτάδια,

και ίσκιος θά είναι μέσα στ’ άδεια,

μέσ ’ στην άβυσσο μέα βάρκα-

κι ό ίσκιος υστέρα θά παίρνη σάρκα

κ ’ ή βάρκα υστέρα θά φτάνη

σε ξεσκέπαστο άνεμόδαρτο λιμάνι.

Και θά ζής ξανά στους τόπους και στους χρόνους

και στις ιστορίες των εθνών

καί στους κύκλους των αιώνων

θά μαυρολογάς, των ξεπεσμών

Ω Ψυχή, καί των αδόξαστων αγώνων.

Κ’ ή Ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,

δέ θά βρή ν ’ άναπαυτή-

του Κακού τη σκάλα άπό σκαλί

σε σκαλί θά τήνε κατεβαίνη,

κι όπου πάη κι όπου σταθή,

σε κορμί χειρότερο θά μπαίνη.

‘Ο «Προφητικός» είναι μια προφητεία λιγότερο τής πτώσης ένός έθνους και περισσότερο τής διά τής πτώσεως ανάστασής του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τό κομμάτι αυτό 28 γράφτηκε τουλάχιστον οκτώ χρόνια πριν άπό τη δημοσίευση του Δωδεκάλογου του Γύφτου, δηλαδή την επαύριο τής εθνικής ταπείνωσης του 1897.

Είναι μια δήλωση πίστης του Παλαμά στην παλαιότερη ακμή του βυζαντινού ελληνισμού και στην ικανότητα τής ‘Ελλάδας να ξαναγεννιέται υστέρα άπό κάθε ξεπεσμό:

«Οσο νά σε λυπηθή

τής αγάπης ό Θεός,

καί νά ξημερώση μιάν αυγή,

καί νά σε καλέση ό λυτρωμός,

ώ Ψυχή παραδαρμένη άπό τό κρίμα!

Καί θ’ άκούσης τη φωνή του λυτρωτή,

θά γδυθής τής αμαρτίας τό ντύμα,

καί ξανά κυβερνημένη κι άλαφρή

θά σαλέψης σάν τη χλόη, σάν το πουλί,

σάν τον κόρφο το γυναικείο, σάν το κύμα,

καί μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί

νά κατρακυλήσης πιο βαθιά

στοϋ Κακού τη σκάλα,-

γιά τ’ άνέβασμα ξανά πού σε καλεϊ

θά αιστανθής νά σοϋ φυτρώσουν, ώ χαρά!

τά φτερά,

τά φτερά τά πρωτινά σου τά μεγάλα!

Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, τό 1921, ό Τάκης Παπατσώνης θά γράψει τό ποίημα «Gigantes Gog et Magog», ποίημα σημαντικό όχι μόνο γιά τό περιεχόμενο αλλά καί γιά τη μορφή του, γιατί είναι ένα από τά πρώτα ελληνικά ποιήματα πού γράφτηκαν σε ελεύθερο στίχο 29.

Τό ποίημα αφορμάται άπό τό χωρίο τής ’Αποκά­λυψης πού μίλα γιά τά «έθνη τά έν ταίς τέσσαρσιν γωνίαις τής γής, τον Γώγ καί Μαγώγ», τά οποία θά παραπλανήσει ό Σατανάς καί θά οδηγήσει σε πόλεμο κατά «άγιων καί τής πόλεως τής ήγαπημένης» 30.

Ό Παπατσώνης αναπλάθει τό χωρί­ο περιγράφοντας όχι τον πόλεμο των αμαρτωλών —καί εχθρών τής Εκκλησίας— λαών (πού συμβολίζονται μέ τά ονόματα Γώγ καί Μαγώγ) εναντίον του κράτους του Θεού, αλλά τη σύγκρουση μεταξύ Γώγ καί Μαγώγ, στούς οποίους αποδίδει τον συμβολισμό τών καταστρεπτικών δυνάμεων τής ανθρώπινης φύσης:

Οί δύο Γιγάντοι, ό Γώγ καί ό Μαγώγ,

περιζωσθήκανε τις πανοπλίες, κατεβηκανε διά την μάχη.

Βουνά άτσαλένια είναι κι’ οί δυό τους

μέ βαρύ γδούπο σάν κατεβαίνουν στην καρδιά της Νύχτας.

Παίρνουν τις θέσεις του πολέμου: τό Βοριάν

ό ένας, τό Νοτιάν ό άλλος.

Όλη ή εχθρητα πού τούς ενώνει, σε πυκνούς

της Νύχτας ορμηνεύεται καπνούς, πού τούς καλύφτουν.

Κάτω απ’ τα πόδια των δύο Γιγάντων

τρέμουν οι Πολιτείες στο αγωνιώδες τους Μεσονύχτι,

τρέμουν μέσα άπ’ τα εξώφυλλα των παραθύρων

οι περίφοβες ψυχές, οί ταλαιπωρημένες.

Πώς πια θά ξημερώσει; Δεν θά ξημερώσει πιά.

Καταργήθη με μιας το φώς της Γης-

και οί γαλήνιες άλλοτε σφαίρες τών άστέρων, με το γνώριμο

μακρινό τρεμόσβημα τών νυχτών, καταργήθηκαν.

Φρούρια σκότους είναι οί δύο Γιγάντοι, ό Γώγ καί ό Μαγώγ. Παραφυλάνε στην περιοχή τής αγριωπής Νυχτός

όλη τη γήινη Σφαίρα, εχθροί αναμεταξύ τους

καί τής Γής εχθροί. Χτυπάει με μιας

τό Δόρυ ό Γώγ στον βράχο.

Αστράφτει άπό την ορμή, θαμβώνει τό άγριο σκότος

τό στιγμιαίο σατανικό φώς. Με ίδιαν ορμήν

(αστράφτει καί ό Μαγώγ στήν άλλη άκρη…

Ή μετάθεση τής σύγκρουσης, όπως άλλωστε καί ή διάχυτη απαισιοδοξία τών στίχων, θά πρέπει νά έχει υπαγορευτεί άπό την ατμόσφαιρα της εποχής πού γρά­φεται το ποίημα, από τη διάχυτη ακόμη φρίκη του Παγκοσμίου Πολέμου, πού μό­λις είχε τελειώσει.

Βαθύτατα θρησκευτικός ποιητής ό Παπατσώνης (όπως ό Eliot καί ό Jouve) ήταν φυσικό νά βλέπει έναν πόλεμο σάν κι αυτόν μέσα από τό πρίσμα τής ’Αποκάλυψης.

Από τό ίδιο κλίμα βγαίνουν καί οί Σκλάβοι Πολιορκημένοι του Κώστα Βάρναλη. Δημοσιεύονται τό 1927, αλλά γράφονται, όπως σημειώνει ό ίδιος ό ποιητής, «ύστερ’ άπ’ τό πρώτο παγκόσμιο μακελειό», σέ μιαν εποχή όπου «ό θάνατος κι ή καταστροφή είχαν ξυπνήσει τις συνειδήσεις τών λαών καί σκορπίσει στους τέσσε­ρις ανέμους τά ψεύτικα συνθήματα τών ιμπεριαλιστών»31.

Ομως παρότι «είναι στήν ουσία του έργο αντιϊδεαλιστικό»32, αυτή ή εκτεταμένη ποιητική σύνθεση μέ τό πάθος της γιά δικαιοσύνη, πού διατυπώνεται μέ τή χρήση συμβόλων αποκλειστικά χριστιανικών, συστοιχίζεται —έστω μέ τούς όρους μιας άρνητικής θεολογί­ας— μέ τό περιεχόμενο του χριστιανικού οράματος (οί τίτλοι τών τεσσάρων μερών της είναι χαρακτηριστικοί: «Τό θεϊκό ήτοι τό ανθρώπινο πάθος», «Ό πόλεμος»,«Τό όραμα ήτοι ή Δέφτερη Παρουσία», «Ή καμπάνα, ήτοι ή Ελευθερία»).

Στήν εικονογραφία του τρίτου μέρους ή απήχηση τής Αποκάλυψης είναι ευδιάκριτη:

Οι πρώτοι πού φτάνουνε μπρος στον Κριτή

σωριάζονται χάμου, στρωτοί, άπανωτοί.

Μά ξάφνου ζερβά, τά μιλλιούνια οί δαιμόνοι

ξεχύνονται μαϋρα σκυλιά, μας ουρλιάζουν

και δείχνουν τά δόντια, —<αδερφοί, πού μας μοιάζουν!

Δεξιά βιολοντσέλα και πίφερα κι άρπες

κι άγέρας, πού φέρνει καλές μυρωδιές:

κυράδες, πού γήλιος δέ βλέπει, σ’ εσάρπες

άράχνινες μέσα, κορμάκια στητά,

λουσμένα σε γάλατ’ άχνά και ζεστά.

Κι άπάνου σ’ άλόγατ’ άνέμοι, δρακόντοι,

σάν ήλιοι μες στ’ άρματ’ άστράβουν ορθοί

κι άργά βηματάνε ρηγάδες κι άρχόντοι,

καδένας τους κι ένας θεοφόρος λαός!

Ή μιά τους ψυχή κι ένας μέγας ναός!

Τά ολόχρυσα πόδια χυμάει νά φιλήσει

καθέναςσυνήθεια και φόβοι παλιοί!

Μά ξάφνου τό διάβα μας έχουνε κλείσει

μιλιούνια οι άγγέλοι, άστραπές σκαλωτές,

πού χύνονται, καίνε, δέ σβηοϋνε ποτές …

Εξίσου πυκνή μέ εκείνη του Βάρναλη είναι ή χρήση χριστιανικών συμβόλων καί στους στίχους του Σικελιανού, δύο από τά σημαντικότερα ποιήματα του οποίου έχουν τους τίτλους «Μήτηρ Θεού» καί «Τό Πάσχα των Ελλήνων».

Άλλα διάχυτο στους στίχους αυτούς είναι καί τό πνεύμα τής ’Αποκάλυψης. Καί τούτο, διό­τι τό όραμα τής Άνω Ελλάδας, στο οποίο είναι “στρατευμένη” ή ποίηση του Σικελιανού καί τό οποίο υπαγορεύεται άπό τή σφοδρή επιθυμία μιας ανάστασης τόσο στο ατομικό όσο καί στο συλλογικό επίπεδο, δεν είναι τόσο ένα όραμα εθνικό, περιοριζόμενο στον γεωγραφικό χώρο πού ορίζεται μέ τή λέξη Ελλάδα, όσο ένα όραμα συμβολικό (ή ‘Ελλάδα συμβολίζει τήν ανθρωπότητα), ανάλογο με τό ’Απο­καλυπτικό όραμα. ‘Η Άνω Ελλάδα είναι ή επίγεια πραγμάτωση, ώς ψυχολογική εμπειρία, τής Νέας Ιερουσαλήμ.

Ή δυνατότητα αυτής τής πραγμάτωσης συνδέ­εται μέ τό εσχατολογικό αίσθημα τής επιστροφής στόν χαμένο Παράδεισο.

Η πλέον συγκεκριμένη αίσθηση αυτής τής αναζήτησης – σέ ότι αφορά τή σχέση της μέ τό κείμενο τής Αποκάλυψης του Ευαγγελιστή ‘Ιωάννη βρίσκεται στό ποίημα μέ τον τίτλο «Εωσφόρου» (1931) 33, όπου ό συμβολισμός τής εικόνας του ερειπωμένου Ναού, συναρτώμενος μέ την προσμονή τής έλευσης «των νέων καιρών» και τα σαλπίσματα τής τελικής μάχης, είναι προφανής:

Ρείπια o Ναός • κι άνάμεσό του εγώ,

κορμί γεμάτο λάτρα καί τραγούδι ακόμα,

πιασμένος είμαι, σαν το ναυαγό,

απ’ το σκλάβο χώμα.

Κι αργά ανεβαίνω τα προπύλαια καί κοιτώ:

Γεννιούνται κάπου οί νέοι καιροί; Ποιος ξέρει!

Μά στην ψυχή μου, «πάνω άπ ’ όλους τους καιρούς,

φωτάει το πρώτο πού γκρεμίστη αστέρι

στην άβυσσο, καί ζώ- τι ειμ ’ άπ ’ αυτούς

πού μέ το μέγαν «Άγγελο έχουν πέσει

άπ’ την Παράδεισο ώς έδώ. Καί στη ζωήν

αυτή καί μες σε τούτο τον καιρό δεν έχω θέση-

μιαν άλλη μοίρα, προαιώνια, μέ καλεί.

Μά θά ’χ’ η γη τελειώσει, ώς έρθ’ ή ώρα

ή Μοίρα τούτη νά γνωρίσει ανατολή.

Ψυχή, στην έξορία προσδόκα τώρα

μέ αδάμαστην υπομονή. Θά ‘ρθεϊ

κή μέρα πού τή μάχη θά σαλπίσεις,

μάχη θεού καί ανθρώπου σιωπηλή-

άλλ’, ώ ψυχή μου, ώς τότε, μην ελπίσεις.

Μεταφραστής των «Τεσσάρων ιππέων» του Jouve, αναγνώστης τής Αποκά­λυψης ένθερμος τόσο ώστε νά τή μεταφράσει στή νεότερη γλώσσα μας, ποιητής ενός έργου όπως Το «Αξιόν Έστί (1959), τό όποιο αξιοποιούσε ιδέες και ρυθμικά σχήματα τής βυζαντινής ύμνογραφίας, ό Ελύτης δεν θά μπορούσε νά μήν είχε γράψει τή δική του έκδοχή τής ’Αποκάλυψης.

Και ασφαλώς δέν υπήρχε καταλ­ληλότερος χώρος γιά νά αναπτύξει αυτή τήν εκδοχή άπό τό ιερατικό μέγα έργον του: τό «έκτο ανάγνωσμα» του δεύτερου μέρους («Τά πάθη») του Αξιόν Έστί ονομάζεται «Προφητικόν».

Ό Προφήτης εδώ ταυτίζεται, όπως και στον Παλαμά, μέ τον Ποιητή:

Χρόνους πολλούς μετά την ‘Αμαρτία πού την είπανε Αρετή μέσοι στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων καί γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας ή καταιγίδα πού θά γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τά έργα πληρώνοντας ή Χτίσις, θά φρίξει. Ταραχή θά πέσει στον Αδη, και το σανίδωμα θά υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Πού πρώτα θά κρατή­σει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός νά λάβουνε τά όνειρα εκδίκηση.

Και μετά θά μιλήσει, νά πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τί βλέπεις;

  • Βλέπω τά έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα καί στο ξινόχορτο.

  • Βλέπω τά πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

  • Βλέπω τούς έμπορους νά εισπράττουν σκύβοντας τό κέρδος τών δικών τους πτωμάτων.

  • Βλέπω την αλληλουχία τών κρυφών νοημάτων.

Ή διακειμενική σχέση μέ τον «Προφητικό» του Παλαμά είναι εύδιάκριτη.

‘Όμως, καθώς τό προφητικό μήνυμα του Ελύτη δεν περιορίζεται στο πεδίο εθνικής επικράτειας άλλα περιλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα, καί καθώς ή μορφή αυτού του μηνύματος είναι συντονισμένη όχι μόνο μέ τό ύφος άλλα κι αρκετά στοιχεία άπό την εικονογραφία της Αποκάλυψης, τό κυριότερο άπό τα οποία είναι ή μεταφορική εξεικόνιση της πολιτείας ώς πόρνης34, ή σχέση ( αρχαίο κείμενο του Ευαγγελιστή γίνεται αισθητότερη:

Αλλά πριν, ιδού, θά γίνουν οί ώραϊοι πού ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θά φορέσουν ανάποδα τό δαχτυλίδι τους, και μεμε καρφίνθά χτενίσουνε τό μαλλί τους, καί με νεκροκεφαλές θά στολίσου­νε τό στήθος τους, γιά νά δελεάσουν τά γύναια. Και τά γύναια θά καταπλαγούν και θά στέρξουν. Γιά νά έβγει αληθινός ό λόγος, ότι σιμά ή μέ­ρα οπού τό κάλλος θά παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θά άγαναχτήσει τό κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τί νά ζηλέψει. Και θά γίνει κατήγορος ή πόρνη σοφών και μεγιστάνων, τό σπέρμα πού υπηρέ­τησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θά τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την ’Ανατολή.

Ό ποιητής με τό «Προφητικόν» χρησμοδοτεί την πραγματοποίηση τής βα­θύτερης επιθυμίας του ανθρώπου για μια κοινωνία βασισμένη στην καλοσύνη και την ομορφιά, όπου «κράτος θά είναι ή ποίηση και “αιών” ή ειρήνη» 35.

Άλλα πριν γίνει αύτό «θά ’ρθούνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα», «θά στενάξουν οι νέοι καί τό αίμα τους αναίτια θά γεράσει», καί ό κόσμος θά ζεί «στην οσμή των πτωμάτων».

Χαρακτηριστική του μοντερνιστικού πνεύματος του «Προφητικού» είναι ή αναφορά στις άλογες εφαρμογές τής τεχνολογίας, πού στερούν τή ζωντανή όρμή του ανθρώπου καί τήν επαφή του μέ τό φυσικό περιβάλλον («Καί θά αδειάσουν όλα τά εργοστάσια, καί μετά πάλι μέ τήν επίταξη θά γεμίσουν, γιά νά βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σέ κουτιά μυριάδες, καί χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση»),

Ανάλογο μέ τόν «Προφητικό» του Παλαμά καί τό «Προφητικόν» του Ελύτη είναι τό ποίημα «Όχι Μπραζίλια μά Οκτάνα» (1965) του Ανδρέα Εμπειρι­κού 36.

Διάχυτη είναι στο έργο του πρώτου τή τάξει Έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή ή αίσθηση του Ιερού καί ή επιθυμία αυτής τής αίσθησης, πού μιά επαναστατική χειραφέτηση τής ανθρωπότητας πρέπει νά διασώσει καί νά αναζωογονήσει· μιά αίσθηση πού βρίσκεται μέσα στή φύση καί τήν ανθρώπινη πραγματικότητα, ή οποία όμως αποκτά τήν ουσιαστικότερη υπόστασή της χάρη στήν τάση της νά ξεπεράσει τά όρια του ανθρώπου καί νά ενωθεί μέ κάτι πού τόν υπερβαίνει.

«Ό ’Ε­μπειρικός», γράφει ένας μελετητής του, «δέν είναι μόνον ό κατεξοχήν ερωτικός ποιητής του νεοελληνικού λόγου, άλλα καί ό κατεξοχήν —μετά βεβαίως τόν Διονύ­σιο Σολωμό— μεσσιανικός ποιητής.

Σ’ όλο του τό έργο, από τήν Υψικάμινο ώς τήν Όχτάνα καί τον Μεγάλο ’Ανατολικό, μέ μια υψηλή ποίηση, όπου αντιλαλεί φωνή του Ησαΐα καί του ’Ιωάννη της Αποκαλύψεως, προμηνύει τον ερχομό μιας πανανθρώπινης Νέας Ιερουσαλήμ» 37.

Παραθέτω μερικά χωρία άπδ τό «Οχι Μπραζίλια μα Οκτάνα»:

Όταν δια της πίστεως καί της καλής θελήσεως, άλλα και άπό επιτακτικήν, άδήριτον άνάγκη δημιουργηθοϋν at προϋποθέσεις και έκτελεσθοϋν όχι οικοδομικά, η ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, εις την καρδιά του μέλλοντος, εις την καρδιά των υψηλών οροπεδίων και πρό παντός μέσ’ στην καρδιά του κάθε ανθρώπου, θά υπαρξη τότε μόνον ή Νέα Πόλις και θά όνομασθή πρωτεύουσα της ηνωμένης, της άρραγοϋς και άδιαιρέτου Οικουμένης. […] Ή Νέα Πόλις θά οικοδομηθή, η μάλλον θά δημιουργηθή, και θά είναι ή πρωτεύουσα του Νέου Κόσμου, εις την καρδιά του μέλλοντος και των ανθρώπων, μετά χρόνια πολλά, οδυνηρά, βλακώδη και ανιαρά, ίσως μετά άπό μίαν άλωσιν οριστικήν, μετά την μάχην την τρομακτικήν του επερχομένου Άρμαγεδδώνος. […]

Ναι, ναι (άμήν, άμήν λέγω ύμϊν), σάς λέγω την αλήθειαν. Ή Νέα Πόλις θά κτισθή και δεν θά είναι χθαμαλή σε βαλτοτόπια. θά οικοδομηθή στά υψίπεδα της Οικουμένης, μά δεν θά όνομασθη Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Ύάρκη, άλλά θά όνομασθη ή πόλις αυτή Οκτάνα.

[…]

Οκτάνα, φίλοι μου, θά πή μεταίχμιον τής Γης και του Ουρανού, όπου τό ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τά δύο κάνει. […]

Οκτάνα θά πή τό “εγώ” “εσύ” νά γίνεται (καί αντιστρόφως τό “εσύ” «έγώ”) εις μιάν έκτόξευσιν ίμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, πού ίσως αυτή νά άποτελή τήν θείαν Χάριν, τό θαϋμα του εντός και έκτος έαυτοϋ, κάθε φοράν πού εν εκστάσει συντελείται. […]

Οκτάνα θά πή έν πλήρει άθωότητι Άδάμ, έν πλήρει βεβαιότητι Άδάμ – σύν – Εύα. […]

Οκτάνα θά πή ό,τι στούς ουρανούς και έπι τής γής ήκούετο, κάθε φοράν πού ώς μέγας μαντατοφόρος, μέ έντασιν ύπερκοσμίου τηλεβόα, ό ’Αγγελος Κυρίου έβόα…

Στο «Όχι Μπραζίλια μά Οκτάνα», όπως καί στο ποίημα «Τά πούπουλα τής ευδαιμονίας» τής συλλογής Υψικάμινος (1935), αγγέλλεται ό μελλοντικός ερχομός τής Νέας Πόλεως.

Ή Ημέρα τής Κρίσεως περιγράφεται στο ποίημα «Είσπεπραγμένον άσφάλιστρον» τής ίδιας συλλογής:

…Τότε άνοιξε ο κριτής όλων των αγώνων την ψυχοσύνθεση του και ενώπιον των ριγούντων στιφών ή χοάνη τής αμαρτίας εξαπέλυσε τον κα­ταρράχτη των θείων δώρων πού πέσανε στη δονούμενη έχταση τά πάντα άπό την άρχή όλα άσπιλα όλα λυτρωμένα επάνω στη συνηθισμένη γη και μέσα στον κρατήρα του οριστικού σαπφείρου.

Τα τείχη τής Όκτάνας, τής Νέας Πόλεως του Εμπειρικού στηρίζονται α­σφαλώς πάνω στο θεμέλιο του «οριστικού σαπφείρου», όπως ακριβώς τά τείχη τής Νέας Ιερουσαλήμ τής ‘Αποκάλυψης («Οἱ θεμέλιοι του τείχους τής πόλεως παντί λίθ τιμί κεκοσμημένοι· ό θεμέλιος ό πρώτος ίασπις, ό δεύτερος σάπφειρος…» 38).

Ή σύντομη περιδιάβαση μας σε λογοτεχνικά κείμενα του αιώνα που παρήλθε έδειξε ότι ή Αποκάλυψη υπήρξε πηγή έμπνευσης γιά ορισμένους από τούς σημα­ντικότερους συγγραφείς αυτού του αιώνα, αρκετοί άπό τούς όποιους συγκαταλέ­γονται ανάμεσα στούς σημαντικότερους διεθνώς.

Συγγραφείς με βαθιές θρη­σκευτικές πεποιθήσεις, άλλα καί απλοί πιστοί, αγνωστικιστές ή καί άθεοι, γοητεύ­ονται άπό τον ’Αποκαλυπτικό λόγο του Ευαγγελιστή καί, στήν προσπάθειά τους να έκφράσουν τό όραμά τους γιά τή ζωή, συνομιλούν δημιουργικά με αύτόν.

Αλ­λά καί ελάσσονες συγγραφείς δηλώνουν συχνά τή σημασία πού είχε γιά τή ζωή τους καί γιά τό έργο τους ή επικοινωνία με αύτόν τον λόγο, όπως, π.χ., τό δείχνει ή ποιητική ομολογία του καλοΰ ποιητή τής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Δ. Π. Παπαδίτσα 39, ή οποία περιέχεται στήν ποιητική του σύνθεση πού έχει τίτλο Έν Πάτμῳ (1964):

Πολλές φορές χωρίς να τό περιμένω ή ματιά του

Ιωάννη σαν αξίνα μ’ έσκαβε κι ύστερα τό αδύνατο

χέρι του πού θέριζε αστραπές

Μου ’ρίχνε μερικούς ταπεινούς σπόρους

Έτσι άπό μέσα μου ξεπετάχτηκαν τόσα δάση και τόσα θηρία

πού ταιριάζουν στα δάση

Κι όλα τά μυστικά του Θεού πού τά γέννησαν δάση.

*—*—*—*—*—*—*—*—

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*—*—*—*—*—*—*—*—

1.Ένα παράδειγμα: γράφει ό Πέτρος Παπακωνσταντίνου στήν Καθημερινή τής 2ας Φε­βρουάριου 2003: «Δεν είχαν περάσει ούτε δύο μήνες άπδ τή Γένοβα, καί ήρθε ή ’Αποκάλυψη τής 11ης Σεπτεμβρίου». Πρβλ. τις πρώτες φράσεις άπδ είδηση τής εφημερίδας Το Βήμα: «Σενάρια βγαλμένα από τήν ’Αποκάλυψη προέκυψαν στήν έκτακτη σύνοδο τών διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων, ή οποία έγινε το περασμένο Σαββατοκύριακο στή Γένοβα» («Φόβοι γιά δύο εκατομ­μύρια Ιρακινούς πρόσφυγες», 18 Φεβρουάριου 2003, σ. 5).

2.Βασική ελληνική βιβλιογραφία: Βλ. Π. Μπρατσιώτης, «Ή Αποκάλυψις» του Ίωάννου, έκδ. Συνοδινοϋ, Έν Άθήναις 1950· Ζαχαρίας ό Γεργάνος, ’Εξήγησις εις τήν του Ιωάννου του ϋψηλοτάτου θεολόγου «Άποχάλυψιν», Κριτική έκδοση-είσαγωγή-σχόλια Άστ. ’Αργυρίου, έκδ. «Αρτος Ζωής, ’Αθήνα 1991· Ή «Αποκάλυψη» του ’Ιωάννη. Προβλήματα φιλολογικά, ιστορικά, ερμηνευτικά, θεολογιχά, Εισηγήσεις ΣΤ’ Συνάξεως ’Ορθοδόξων Βιβλικών Θεολόγων, Λευκωσία 1993· Σ. ’Αγουρίδης, Ή «Αποκάλυψη» του ’Ιωάννη. Είσαγωγικά-έρμηνεία-παραρτήματα έπί ειδικών θεμάτων, έκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1994· Δ. Κυρτάτας, Ή «Αποκά­λυψη» του ‘Ιωάννη και οι επτά ’Εκκλησίες τής Ασίας, έκδ. ’Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994. Βλ, άκόμη, Πλ. ’Αλεξίου, Ή Αποκάλυψη του ‘Ιωάννη στή νεώτερη τέχνη, έκδ. ΤΙΙβος, ’Αθήνα 2000.

3.Μ. G. Reddish (έπιμ.), Apocalyptic Literature: A Reader, Aldingdon Press, Nashville 1990, σ.20.

4.”0.π., σ.23.

5.J. R. May, Toward a New Earth: Apocalypse in the American Novel, University of Notre Dame Press, Notre Dame 1972, σ.229.

      1. Εκδόθηκε άπό τήν ABC-Clio Santa Barbara, Califomia-Oxford, England. Γιά τή γερμανόφωνη βιβλιογραφία βλ. Κ. Vondung, Die Apokalypse in Deutschland, Deutscher Taschonbuilll Verlag, Miinchen 1988- K, -J. Kuschel, «Apokalypse», στο Die Bibel in der deulschspniclltpi’ll Literatur des 20. Jahrhunderts, hrsg. v. H. Schmidinger, Grunewald, Mainz2000.
      2. Γ. Σεφέρης, ‘Αντιγραφές, έκδ. «Ικαρος, ’Αθήνα (2η έκδ.) 1978, σ.11.

      3. Θ. Σ. «Ελιοτ, Ή «Έρημη Χώρα. Μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, έκδ. «Ικαρος, ’Αθήνα 4η εκδ.) 1967, σ.30.

      4. Τήν επιγραφή αύτή τελικά δέν τήν τύπωσε ό «Ελιοτ κατά προτροπή του Ezra Pound· βλ. ir. Smith, T.S. Eliot’s Poetry and Plays, The University of Chicago Press, Chicago and London (8η <δ.) 1967, σ.68.

      5. Θ.Σ. Έλιοτ, Ή “Ερημη Χώρα, δ.π., σ.85-89.

      6. Όδ. Ελύτης, «Pierre Jean Jouve», ’Ανοιχτά Χαρτιά, ”Ικαρος, ’Αθήνα 1974, σ.482.

      7. βλ.Αποκάλυψις12.6, 2-8

      8. Όδ. Έλύτης, Δεύτερη γραφή, έκδ. Ίκαρος, ’Αθήνα 1976, σ.148. Τή σύνθεση με­τέφρασε, μέ τον τίτλο «Οί τέσσερεις καβαλάρηδες», καί ό Σεφέρης (’Αντιγραφές, δ.π., σ.78-83).

      1. Όδ. Έλύτης, «Pierre Jean Jouve», δ.π.
      2. J. R. May, δ.π., σ.205.
      3. V. Ρ. Zimbaro, Encyclopedia of Apocalyptic Literature, δ.π., σ.2.
      4. Β’ Σαμουήλ (O’ = Β’ Βασιλειών).
      5. V. Ρ. Zimbaro, Encyclopedia of Apocalyptic IJtmitwv, δ.π., σ.55-6
      6. Βλ. Κ.. Vondung, ό.π., σ.268-269.
      7. Ή Θεία Κωμωδία αποτελείται άπό 100 Άσματα μοιρασμένα σχεδόν ισαρίθμως στά τρία μέρη της: «Κόλαση»: 34, «Καθαρτήριο»: 33, «Παράδεισος»: 33.
      8. Για τή χρήση τής mise en abyme στη λογοτεχνία βλ. Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ό βυθός του καθρέφτη: Ό Andre Gide xal ή ημερολογιακή μυθοπλασία στήν Ελλάδα, Πανεπιστημιακές ’Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1998, σ.168-185.

      9. Ή Γυναίκα τής Ζάκυθος, ό ακριβέστερος τίτλος τής όποιας είναι «Όραμα Διονυσίου Σολωμού ιερομόναχου, έχει ώς βασικό της πρότυπο τή λατινόγλωσση Ύπερκάλυψη του Ούγκο Φόσκολο, πού είναι σατιρικό ποίημα γραμμένο μέ τον τρόπο τής ‘Αποκάλυψης (βλ. «Διδύμου Κληρικού ελάχιστου προφήτου, τής Ύπερκαλύψεως βιβλίον μοναδικόν», Μετάφραση-Σημειώσεις-Προλογικό σημείωμα Άντρέας Μπελεζίνης», Σπείρα, τευχ. 1, Καλοκαίρι 1984, σ. 3-36).

      10. Ή ’Αποκάλυψη του Ιωάννη. Μεταγραφή Γιώργος Σεφέρης, έκδ. Ίκαρος, ’Αθήνα 1966- Ιωάννης, Ή Αποκάλυψη. Μορφή στα Νέα Ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης, έκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1985.

      11. Ή Αποκάλυψη του Ιωάννη, ό.π., σ.12 και 15.

      12. Κωστής Παλαμας, “Άπαντα, τόμος 10ος , σ.417. Ό Παλαμάς είχε μελετήσει τή φύ­ση του προφητικού λόγου. «Ενα χρόνο μετά τη δημοσίευση του Δωδεκάλογου του Γύφτου γρά­φει: «Τό μεγαλείο του προφήτη δεν είναι πώς προλέγει τά μέλλοντα· είναι πώς βροντοφωνεί τήν αλήθεια κατάσταυρα και τών πιό ταπεινών καί των πιο δυνατών» (ό.π).

      13. βλ.Αποκάλυψις 18, 16.

      14. βλ.Αποκάλυψις 17, 16.

      15. Βλ. Αίμ. Χουρμούζιος, Ό ΙΙαλαμάς καί ή εποχή του, τόμος 2ος, έκδ. «Διόνυσος», Ά- ήνα 1959, σ.119, 135-136.

      16. Τό ποίημα περιλήφθηκε στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του Παπατσώνη (’Εκλογή A ’, ’Α­θήνα 1933) άλλα θά πρέπει νά είχε δημοσιευτεί προηγουμένως σε κάποιο περιοδικό. Γιά τήν πρωτοποριακότητα του στίχου του Παπατσώνη βλ. Νάσος Βαγενάς, «Beata Beatrix», Σημειώ­σεις άπό τό τέλος του αιώνα, έκδ. Κέδρος, ‘Αθήνα 1999, σ.325-330.

      17. βλ.Άποκάλυψις 20, 7-9.

      18. Βλ. τή σημείωση πού προτάσσεται στήν αναδημοσίευση του ποιήματος στον τόμο Κώ- ττας Βάρναλης, Ποιητικά, έκδ. Κέδρος, ’Αθήνα 1956, σ.96

      19. «Ο.π.

      20. «Αγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος, τόμος 6ος , φιλολογική έπιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης, έκδ. «Ικαρος, ’Αθήνα 1969, σ.83. Τό ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ίόνιος Άνθολογία, Μάϊος 1931, σ.70

      21. Άποχάλυψις 17, 1-6.

      22. Τάσος Λιγνάδης, Το «Αξιόν Έστί του Ελύττη, εισαγωγή-σχολιασμός-ανάλυση, ’Αθή­να (5η εκδ.) 1980, σ.227.

      23. Τό ποίημα δημοσιεύεται για πρώτη φορά στή μεταθανατίως τυπωμένη συλλογή του Εμπειρίκου Οκτάνα, έκδ. «Ίκαρος, ’Αθήνα 1980, σ.75-79.

      24. Σ. Μιχαήλ, «Ή εμπειρία του Ιερού στόν Άνδρέα Έμπειρίκο», Μορφές του Μεσσιανικού

      25. Αποκάλυψις; 21, 19. Βλ. και Σ. Μιχαήλ, δ.π., σ.156. Βλ. ακόμη Π. Βουτουρής, Η συνοχή του τοπίου: Εισαγωγή στήν ποίηση του Αντρέα ‘Εμπειρικού, ’Αθήνα 1977, σ.211-237- Ρένα Ζαμάρου, «Χάρτης αμέριμνος και αποκαλυπτικός: Τόποι καί πόλεις στο έργο του Άνδρέα ’Εμπειρικού», Διαβάζω, τευχ. 421, Σεπτέμβριος 2001, σ.107-118.

      26. Δ.Π. Παπαδίτσας, Ποίηση, έκδ. Ευθύνη, ’Αθήνα 1997, σ.187.

Άρθρα

Αρέσει σε %d bloggers: