Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » Η πείνα ως μέσο καταναγκασμού

Η πείνα ως μέσο καταναγκασμού

Άρθρα

του Steven Mackenzie, Μετάφραση: Γιάννης Γεράσιμος

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%86%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%b13

Το Brexit έχει αλλάξει τα πάντα στη Μεγάλη Βρετανία. Κάθε συζήτηση σχετικά με το μέλλον καθορίζεται πλέον από αυτό. 0 δρόμος είναι αχαρτογράφητος και οι επιπτώσεις του θα διαρκέσουν για χρόνια. Αυτό που, πάντως, ξέρουμε προς το παρόν είναι ότι η ψήφος επέφερε μια άμεση αλλαγή φρουράς στα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης.

Οι νέοι κυβερνώντες φαίνεται, ενόψει του Brexit, να χαράσσουν μία αξιοσημείωτα διαφορετική πολιτική πορεία από εκείνη των προκατόχων τους. Δεν είναι μόνο η «μουσική διάθεση» που έχει αλλάξει. Το ίδιο το «μοτίΒο του χορού» έχει, πλέον, επανασχεδιαστεί. Στις 13 Ιουλίου, η Τερέζα Μέι, στο πρώτο επίσημο διάγγελμά της ως πρωθυπουργός, επέμεινε ότι ήθελε να απευθυνθεί στις οικογένειες που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας. «Η κυβέρ­νηση της οποίας ηγούμαι θα καθοδηγείται από και θα εξυπηρετεί όχι τα συμφέροντα των λίγων προνομιούχων αλλά τα δικά σας», είπε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, ο Damian Green, ο νέος υπουργός Εργασίας και Συντάξεων, ανακοίνωσε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στο κράτος πρόνοιας. Μολονότι δεν έχει αλλάξει δραματικά π έως τώρα ασκούμε­νη πολιτική, ο τόνος της κυβέρνησης είναι πλέον πιο ήπιος και σηματοδοτεί μια αξιο­σημείωτη μετατόπιση που έθετε αντιμέτωπους τους «τίμιους Βιοπαλαιστές» με τους τεμπέληδες, καταχραστές του προνοιακού συστήματος.

Παρόλο που μέρος της φρασεολογίας του συνεδρίου του Συντηρητικού Κόμματος αφορούσε το αίτημα για βρετανικές δουλειές για Βρετανούς εργαζομένους, τουλά­χιστον η φρασεολογία αυτή απέβλεπε σε μια πιο συμπονετική προσέγγιση ως προς τους πιο φτωχούς και κοινωνικά ευάλωτους της βρετανικής νήσου.

Την ίδια εποχή, Βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», η καινούρια ταινία του Κεν Λόουτς, η οποία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Η ταινία είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό κολάζ εικόνων από τη σύγχρονη ζωή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Πενήντα χρόνια πριν, ο Λόουτς προκάλεσε μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που αντι­μετωπιζόταν το πρόβλημα των αστέγων με την ταινία του «Κάθι, γύρνα σπίτι». 0 σκηνοθέτης, 80 χρονών πλέον, ελπίζει να καταφέρει το ίδιο με τη νέα του ταινία, αυτή τη φορά με τη ματιά του να εστιάζει στις αποτυχίες του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.

Το σκηνικό

Είναι Νοέμβριος του 2015, και η Μπένγουελ ΓκρόουΒ είναι ένας συνηθισμένος δρόμος με τυπικά εγγλέζικα σπίτια στη δυτική πλευρά της πόλης του Νιούκαστλ. Έξω από την εκκλησία του ιερέα της ενορίας Μπεντ σέρνεται μια σειρά από ανθρώπους.

Ο χώρος υποδοχής της εκκλησίας λειτουργεί ως τράπεζα τροφίμων του δυτικού Νιούκαστλ. Πολλοί από όσους είναι στην ουρά είναι τακτικοί χρήστες των υπηρεσιών της τράπεζας τροφίμων, αλλά σήμερα είναι μέρος του καστ της ταινίας «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ».

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%86%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%b12Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή του 59χρονου ξυλουργού Μπλέικ, ο οποίος, αν και οι γιατροί τον συμβουλεύουν να μην εργαστεί μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο, υποχρε­ώνεται να περνάει 35 ώρες της εβδομάδας ψάχνοντας για μια δουλειά την οποία δεν είναι σε θέση να αναλάβει. Αναγκάζεται να περάσει από όλη αυτή τη διαδικασία προ- κειμένου να γίνει δεκτή η αίτησή του για ένα προνοιακό επίδομα. Μαζί με την Κάτι, μια ανύπαντρη μητέρα που έχει μετακομίσει στο Νιούκαστλ από το Λονδίνο, προσπα­θούν να βρουν το δρόμο τους σ’ ένα καφ- κικό σύστημα, ανελαστικό και αδιάφορο σε βαθμό απελπισίας.

Ο σεναριογράφος Πολ ΛάΒερτι εξηγεί τη σκηνή: η Κάτι δεν έχει φάει για δύο ολόκλη­ρες ημέρες προκειμένου να έχουν φαγητό τα παιδιά της. «Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες όπως αυτή. Μπορείς να κατανοήσεις κάποια λάθη, αλλά όταν συμβαίνουν σε τέτοια έκταση, συνειδητοποιείς ότι δεν είναι απλώς λάθη. Πρόκειται για μια καμπάνια σκληρότητας απέναντι στους πιο ευάλωτους».

Η έρευνα του ΛάΒερτι τον οδήγησε σε τράπεζες τροφίμων σε όλη τη χώρα, όπου συνάντησε ανθρώπους εγκλωβισμένους σε αυτό που χαρακτηρίζει ως «γραφειο­κρατικό συρματόπλεγμα». Συνάντησε, επίσης, υπαλλήλους από το Υπουργείο Εργα­σίας και Συντάξεων οι οποίοι καλούνταν να παίξουν το ρόλο του καταδότη και αισθά­νονταν αηδιασμένοι από την πίεση που τους ασκούνταν ώστε να επιβάλλουν κυρώσεις σε φτωχούς ανθρώπους, συχνά διακόπτοντας τη μόνη πηγή εισοδήματος τους για ήσσονος σημασίας παραβάσεις.

«Αυτό που κάνετε με τις κυρώσεις απειλεί να οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην πείνα», λέει ο ΛάΒερτι. «Η πείνα χρησιμοποιείται ως όπλο, ως μέσο καταναγκασμού. Συνάντησα πολλούς ανθρώπους που πεινούσαν. Και δεν νομίζω ότι αναγκάζει τους ανθρώπους να δουλέψουν, αλλά μόνο τους εξουθενώνει».%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%86%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%b11

Καθώς το γύρισμα της σκηνής ολοκληρώνεται και το πλήθος των κομπάρσων διαλύεται, πολλοί συγκεντρώνονται γύρω από τον Κεν Λόουτς για να βγάλουν μαζί του μία selfie. «Είναι απίστευτο το ότι όλοι γνωρίζουν ποιος είναι», λέει ο ΝτέιΒ Τζονς (Dave Johns), ο οποίος υποδύεται τον Μπλέικ.

Οι κομπάρσοι κατευθύνονται προς την εκκλησία στην οποία προσφέρεται τσάι και καφές. Πληρώνονται για το χρόνο τους με τα κουπόνια φαγητού. Το γύρισμα της ταινίας μεταφέρεται στην είσοδο του ναού. Το μέρος κατέχει την αμφιλεγόμενη τιμή της πιο πολυσύχναστης τράπεζας τροφίμων σε ολόκληρη τη χώρα.

Ο Κεν Λόουτς επιβλέπει την τοποθέτηση των ηθοποιών και της κάμερας. Η δι­αδικασία των γυρισμάτων της ταινίας έχει αλλάξει δραματικά κατά τη διάρκεια των 50 τελευταίων χρόνων, απ’ όταν σκηνοθέτησε το «Κάθι, γύρνα σπίτι». Στην πραγματικότη­τα, ολόκληρος ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά από τότε, οπότε τον ρωτάω για ποιο λόγο πιστεύει ότι τα προβλήματα που μαστίζουν τους φτωχούς παραμένουν.

«Η σύντομη απάντηση είναι ότι το κράτος πρόνοιας οικοδομήθηκε όταν ο καπι­ταλισμός ήταν σε άνοδο. Υπήρχε πολλή δουλειά ανοικοδόμησης που χρειαζόταν να γίνει, οπότε, εκείνη την εποχή, υπήρχε πλήρης απασχόληση, υπήρχαν δουλειές. Τα προβλήματα άρχισαν τη δεκαετία του 70. Η Θάτσερ ήρθε για να κάνει την εργατική τάξη πιο ευάλωτη στην εργασιακή εκμετάλλευ­ση. θεσπίστηκαν νόμοι ενάντια στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, υπήρξαν μεγάλες πορείες τις οποίες η κυβέρνηση κατάφερνε να διαλύσει, η ανεργία ξαφνικά από 50.000 ανθρώπους έφτασε το ένα εκατομμύριο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εργασία έγινε φτηνή. Αν δεν θέλεις να κάνεις τη δουλειά, κάποιος άλλος θα θελήσει να την κάνει στη θέση σου για τα μισά χρήματα.

Η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Καθώς ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, το πο­σοστό του κέρδους μειώνεται εξαιτίας του ανταγωνισμού, και η ανάγκη για φτηνή εργασία αυξάνεται ώσπου καταλήγεις στο σημείο οι μεγάλες επιχειρήσεις να διεκδικούν την απόλυτη πολιτική και οικονομική επικυριαρχία διεθνώς. Και όσο περισσότερη εξουσία αποκτούν τόσο πιο αδύναμη καθίσταται η εργατική τάξη για να τους αντιπαλέψει. Είναι μια αναπόφευκτη εξέλιξη».

Το γύρισμα ξεκινάει, και μετά από πολλές λήψεις με εθελοντές και άλλους χρήστες της τράπεζας φαγητού (που υποδύονται πραγματικοί εθελοντές και πελάτες) κάτι δραματικό ξαφνικά συμβαίνει. Προφανώς χωρίς άδεια, η Κάτι, χλωμή και στα πρόθυ­ρα της λιποθυμίας, αρπάζει μια κονσέρβα με φασόλια από το ράφι, την ανοίγει και αδειάζει το περιεχόμενό της στο στόμα της. Οι εθελοντές και άλλοι κομπάρσοι δεν ξέ­ρουν πώς να αντιδράσουν καθώς εκείνη καταρρέει υπό το Βάρος ενός συνδυασμού πείνας και ταπείνωσης. Είναι απλά σοκαριστικό. Μετά από ένα με δύο λεπτά, γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτό που έγινε ήταν μέρος του σεναρίου. Αλλά η σοκαριστική και ωμή αμεσότητα προσέδωσε στη σκηνή έναν αέρα αληθοφάνειας. Ίσως γιατί ήταν βγαλμένη από την πραγματικότητα. Ο ΛάΒερτι εξηγεί: «Στην πρώτη τράπεζα τροφίμων που επισκέφτηκα ζήτησα να μου πουν ποιο ήταν το χειρότερο πράγμα που είχε συμβεί. Μια μητέρα κοιτούσε τα φασόλια, νόμιζαν ότι έψαχνε μια συγκεκριμένη μάρκα, αλλά εκείνη στην πραγματικότητα έψαχνε μία κονσέρβα που θα μπορούσε να ανοίξει. Έκλαιγε, όλοι οι εθελοντές έκλαιγαν».

Έξι μήνες αργότερα, το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» βραβεύτηκε στις Κάννες. Παρα- λαμβάνοντας τον Χρυσό Φοίνικα, ο Λόουτς επέκρινε το «επικίνδυνο πολιτικό πρόγραμμα της λιτότητας», τονίζοντας ότι «χρειάζεται να επανεξετάσουμε αυτό το σκληρό σύστημα κυρώσεων και επιδομάτων».

Τα πράγματα που δεν αλλάζουν

Κατά έναν απίστευτο τρόπο, αυτό ακριβώς συνέβη στη Μεγάλη Βρετανία, έστω και σε μικρό Βαθμό. Λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, το Brexit ανέτρεψε τελείως τα σχέδιατης κυβέρνησης του Κάμερον. Στο συνέ­δριο του κόμματος των Τόρις, τον περασμέ­νο Οκτώβριο, έμοιαζε να πνέει ένας αέρας αλλαγής. Ο υπουργός Εργασίας και Συ­ντάξεων Ντάμιαν Γκριν ανακοίνωσε επα­ναλαμβανόμενες αξιολογήσεις ικανότητας εργασίας για όσους λαμβάνουν επιδόμα­τα και έχουν χρόνια προβλήματα υγείας. Η πρόθεση του Γκριν να είναι «σκληρός στον τρόπο που σκέφτεται, αλλά όχι και με σκληρή καρδιά» είναι ευπρόσδεκτη, αλλά μήπως τελικά ήταν η επικείμενη κυκλοφορία της ταινίας του Λόουτς που αποκαλύπτει τον παράλογο χαρακτήρα του συστήματος που ευθύνεται για αυτή την αλλαγή; Εξάλλου, τα μελανά σημεία του συστήματος που εκτίθενται στην ταινία είναι τα ίδια με αυτά που επιχειρείται να αντιμετωπιστούν με τις μεταρρυθμίσεις του Γκριν.

Συναντώντας τον Κεν Λόουτς, υπέθεσα ότι θα ήταν χαρούμενος αν ο Ντάμιαν Γκριν έβλεπε την ταινία.

«Δεν χρειάζεται να δει καμία ταινία για να μάθει τα όσα γίνονται στα κέντρα εύρεσης εργασίας. Αν δεν ξέρει, πάει να πει ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του», απαντάει ο σπουδαίος σκηνοθέτης. Στην πραγματικότητα, ο Λόουτς δεν πιστεύει ότι έχει αλλάξει κάτι. «Το όλο πνεύμα που διέπει την πολιτική της κυβέρνησης είναι το ίδιο και θα παραμείνει το ίδιο, γιατί στηρίζεται σε μια βασική ιδεολογική κατεύθυνση. Πρέπει να αποδείξει ότι η φτώχεια είναι το λάθος των φτωχών, διαφορετικά θα αμφισβητήσεις το ίδιο το σύστημα, έτσι δεν είναι; Αν είσαι φτωχός, είναι δικό σου λάθος. Αν δεν έχεις ένα σπίτι να μείνεις, είναι δικό σου λάθος. Αυτές είναι οι ιδέες πάνω στις οποίες στη­ρίζεται η πολιτική τους».

Άρθρα

Αρέσει σε %d bloggers: