Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » Christopher Lasch – Η ηθική των ορίων της κατώτερης μεσαίας τάξης και η συζήτηση περί αμβλώσεωv

Christopher Lasch – Η ηθική των ορίων της κατώτερης μεσαίας τάξης και η συζήτηση περί αμβλώσεωv

Άρθρα

Η ηθική των ορίων της κατώτερης μεσαίας τάξης και η συζήτηση περί αμβλώσεων1

 

https://i2.wp.com/www.frontporchrepublic.com/wp-content/uploads/2015/10/lasch2-200x200.jpg

Christopher  Lasch ( 1932– 1994

Οι αλληλοσυγκρουόμενες αντιλήψεις για το [ιδανικό] μέλλον κρύβονταν πίσω από τη διαμάχη για τις αμβλώσεις που προκλήθηκε με την απόφαση το 1973 του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Roe v. Wade. Αυτές οι αντιλήψεις – που δεν επικεντρώνονταν στον αφηρημένο προβληματισμό για την αθανασία της ψυχής του εμβρύου – αποκάλυπταν τόσο γλαφυρά το χάσμα μεταξύ των αξιών της μεσαίας τάξης και εκείνων της μορφωμένης ελίτ, όσο κανένα άλλο θέμα προς συζήτηση δεν είχε ποτέ αποκαλύψει.

«Νομίζω ότι είναι ανόητο οι άνθρωποι να ανησυχούν για τα πράγματα στο μέλλον», λέει μια ακτιβίστρια κατά των αμβλώσεων. «Το μέλλον φροντίζει τον εαυτό του.» Μια άλλη γυναίκα που δραστηριοποιείται στο κίνημα κατά των αμβλώσεων είπε: «Δεν μπορείς να προγραμματίζεις τα πάντα στη ζωή.»

Ωστόσο για όσους τάσσονταν υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση η «ποιότητα ζωής» εξαρτάται από τον οικογενειακό προγραμματισμό και άλλες μορφές ορθολογικού σχεδιασμού του μέλλοντος. Κατά την άποψή τους, θα ήταν ανεύθυνο να φέρνει κανείς παιδιά στον κόσμο, όταν δεν μπορεί να τους παράσχει το πλήρες φάσμα των υλικών και πολιτισμικών προτερημάτων που είναι απαραίτητα για την επιτυχία στον ανταγωνισμό. Θα ήταν άδικο στον αγώνα για την επιτυχία που τα παιδιά έχουν μπροστά τους να προστίθενται επιπλέον βάρη (όπως η φτώχεια, έλλειψη αγάπης από τους γονείς ή φυσικά μειονεκτήματα που κληρονομούνται εκ γενετής). Μια ακτιβίστρια υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση υποστήριξε ότι «η ανατροφή ενός παιδιού είναι μια σύμβαση για είκοσι τουλάχιστον χρόνια,… οπότε αν η ζωή σου δεν είναι σε φάση όπου μπορείς να [αναλάβεις] τη δέσμευση για την ανατροφή ενός παιδιού, θα πρέπει να έχεις τη δυνατότητα να μην το φέρεις στη ζωή τη στιγμή εκείνη.» Η εφηβική εγκυμοσύνη ήταν δυσάρεστη για τους υποστηρικτές της νομιμότητας των αμβλώσεων όχι επειδή αντιτάσσονταν στο προγαμιαίο σεξ αλλά γιατί οι έφηβοι, κατά την άποψή τους, δεν είχαν κανένα μέσο για να παρέχουν στους απογόνους τους τα πλεονεκτήματα που δικαιούνταν.

Για τους αντιπάλους των αμβλώσεων, όμως, αυτή η έγνοια για την «ποιότητα ζωής» ήταν συνώνυμη με τις αποφάσεις που θέτουν ως απώτερό τους στόχο την υποταγή κάθε ηθικού και συναισθηματικού ενδιαφέροντος στα οικονομικά συμφέροντα. Πίστευαν ότι τα παιδιά χρειάζονταν ηθική καθοδήγηση περισσότερο από όσο χρειάζονταν οικονομικά πλεονεκτήματα. Η μητρότητα ήταν ένα «τεράστιο έργο» στα μάτια τους, όχι επειδή συνεπάγονταν έναν οικονομικό σχεδιασμό μεγάλου βεληνεκούς, αλλά γιατί «σε καθιστά υπεύθυνο, όσο φυσικά μπορεί να είναι κανείς υπεύθυνος, για την εκπαίδευση και τη διδασκαλία [των παιδιών]… οτιδήποτε πιστεύεις ότι είναι σωστό· ηθικές αξίες, ευθύνες και δικαιώματα.» Οι γυναίκες που αντιτίθονταν στην άμβλωση πίστευαν ότι οι αντίπαλοι τους θεωρούσαν την οικονομική ασφάλεια ως απαραίτητη προϋπόθεση της μητρότητας. Μια γυναίκα από αυτές απέρριψε τα στοιχεία που λένε ότι για να ανατραφεί ένα παιδί από τη γέννησή του και έπειτα απαιτούνται 65.000 δολάρια, θεωρώντας τα «γελοία». «Αυτά σημαίνουν ένα καινούργιο ποδήλατο κάθε χρόνο. Σημαίνουν ιδιωτικά κολέγια. Σημαίνουν εντελώς καινούργια ρούχα, όταν ανοίγουν τα σχολεία … Τα στοιχεία αυτά είναι φουσκωμένα με σκοπό να δώσουν στα παιδιά τα πάντα και νομίζω ότι αυτό δεν είναι καλό για εκείνα.»

Η συζήτηση σχετικά με τις αμβλώσεις απεικονίζει τη διαφορά μεταξύ της πεφωτισμένης ηθικής της επίτευξης του ανταγωνισμού και της ηθικής των ορίων της κατώτερης μεσαίας ή εργατικής τάξης. «Οι αξίες και οι πεποιθήσεις των [ανθρώπων] υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση είναι διαμετρικά αντίθετες με εκείνες των ανθρώπων που τις αντιπαλεύουν», γράφει η Kristin Luker στη μελέτη της για την πολιτική των αμβλώσεων στην Καλιφόρνια. Οι ακτιβίστριες κατά των αμβλώσεων αγανάκτησαν με τη φεμινιστική υποτίμηση της οικιακής εργασίας και της μητρότητας· συμφωνούσαν ότι οι γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν ίση αμοιβή για ίση εργασία στην αγορά, αλλά απέρριπταν τις αξιώσεις που διατείνονταν ότι η απλήρωτη εργασία στο σπίτι ήταν ταπεινωτική και καταπιεστική. Αυτό που συνολικά έβρισκαν «ενοχλητικό [στην] νοοτροπία περί αμβλώσεων», όπως το έθεσε ένας από αυτούς, «είναι η ιδέα ότι, κατά κάποιον τρόπο, τα οικογενειακά καθήκοντα της ανατροφή των παιδιών, της διαχείρισης του νοικοκυριού, της αγάπης και της φροντίδας για έναν σύζυγο εκλαμβάνονται ως κατεξοχήν ταπεινωτικά για τις γυναίκες». Το πρόσχημα που θέτονταν ότι «δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών» δεν μπορούσε να πείσει. Πίστευαν ότι οι άνδρες και οι γυναίκες «δημιουργήθηκαν διαφορετικοί και… ήταν γραφτό να αλληλοσυμπληρώνονται.» Οι φεμινίστριες της ανώτερης μεσαίας τάξης, από την άλλη πλευρά, είδαν την πίστη στις βιολογικά καθορισμένες διαφορές των φύλων ως την ιδεολογική βάση της καταπίεσης των γυναικών.

Η αντίθεσή τους σε μια βιολογική οπτική της ανθρώπινης φύσης υπερέβη τον ισχυρισμό ότι μια τέτοια στάση είναι ενάντια στα δικαιώματα των γυναικών. Η επιμονή τους ότι οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν τον «έλεγχο πάνω στο σώμα τους» μαρτυρά μια δυσαρέσκεια προς κάθε είδους βιολογικούς περιορισμούς, μαζί με την πεποίθηση ότι η σύγχρονη τεχνολογία είχε ελευθερώσει την ανθρωπότητα από αυτούς τους περιορισμούς, καθίσταται δυνατό για πρώτη φορά να δημιουργηθεί μια καλύτερη ζωή για το ανθρώπινο γένος συνολικά. Οι άνθρωποι υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση καλωσόρισαν τις ιατρικές τεχνολογίες που κατέστησαν εφικτό να ανιχνευθούν γενετικές ανωμαλίες κατά την κύηση και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάποιος θα επιθυμούσε εν γνώσει του να φέρει ένα «προβληματικό» ή και «ανεπιθύμητο» παιδί στον κόσμο. Στα μάτια τους, η απροθυμία να δώσεις σε αυτά τα παιδιά το «δικαίωμα να μην γεννηθούν» θα μπορούσε από μόνη της να θεωρηθεί ως ένδειξη ακαταλληλότητας να γίνεις γονιός. «Νομίζω ότι αν υπήρχε τρόπος», ένας από αυτούς είπε στη Luker, «θα συνηγορούσα υπέρ της ανάγκης χορήγησης άδειας για να ξεκινήσει μια εγκυμοσύνη».

Για τους ανθρώπους εναντίον των αμβλώσεων, αυτός ο τρόπος σκέψης οδηγούσε λογικά στην πλήρη εφαρμογή της γενετικής μηχανικής, στην αλαζονική αξίωση της δύναμης του ανθρώπου να κρίνει με συνοπτικές διαδικασίες την «ποιότητα ζωής» και στην προθυμία να απορρίπτονται όχι μόνο τα «προβληματικά» έμβρυα αλλά ολόκληρες κατηγορίες προβληματικών ή περιττών ατόμων ως ανάξια να υπάρχουν.2 Μια ακόμα ακτιβίστρια κατά των αμβλώσεων της οποίας η νεογέννητη κόρη πέθανε από μια ασθένεια των πνευμόνων αντιτάχθηκε στην ιδέα ότι «η ζωή του μωρού της, στα μάτια πολλών ανθρώπων, δεν είχε και πολύ νόημα…. Έζησε μόνο είκοσι επτά ημέρες, που δεν είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά είτε ζούμε ενενήντα εννέα χρόνια είτε δύο ώρες είτε είκοσι επτά ημέρες, ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος και ό,τι αυτό συνεπάγεται, πραγματικά δεν καταλαβαίνουμε τη διαφορά.»

Ίσως ο ισχυρισμός ότι «πραγματικά δεν καταλαβαίνουμε τη διαφορά» στο τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος να ήταν αυτό που δίχαζε περισσότερο τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές σχετικά με το ζήτημα της άμβλωσης. Για τους Φιλελεύθερους,3 μια τέτοια παραδοχή ισοδυναμούσε με προδοσία όχι μόνο των δικαιωμάτων των γυναικών αλλά ολόκληρου του σύγχρονου οικοδομήματος: της καθυπόταξης της αναγκαιότητας και της αντικατάστασης της τυφλής λειτουργίας της φύσης από την ανθρώπινη επιλογή. Μια τυφλή πίστη στην ικανότητα της ορθολογικής νοημοσύνης να λύνει τα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης και τελικά το μυστικό της ίδιας της δημιουργίας, συνδέεται με τις φαινομενικά αντιφατικές θέσεις που υιοθετούνται από τους φιλελεύθερους – ότι η άμβλωση είναι μια «ηθική ιδιωτική απόφαση» και το σεξ μια συναλλαγή μεταξύ «συναινούντων ενηλίκων» αλλά ότι το κράτος θα μπορούσε κάλλιστα να διατηρεί το δικαίωμα να χορηγεί άδειες εγκυμοσύνης ή ακόμα και να αρχίσει εκτεταμένα προγράμματα ευγονικής. Η δύσκολη συνύπαρξη του ηθικού ατομικισμού και του ιατρικού κολεκτιβισμού αυξήθηκε από τον διαχωρισμό του σεξ και της τεκνοποίησης, αφού υποστηρίζει ότι η σεξουαλική επαφή είναι ένα θέμα ιδιωτικής επιλογής ενώ την ίδια στιγμή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η τεκνοποίηση και η ανατροφή των παιδιών να υπόκεινται σε αυστηρό δημόσιο έλεγχο. Η αντίρρηση στο ότι το σεξ και η τεκνοποίηση δεν μπορούν να διαχωριστούν, χωρίς να παραβλέπεται το μυστήριο που περιβάλλει και τα δύο, φαίνονταν στους φιλελεύθερους σαν το χειρότερο είδος θεολογικού σκοταδισμού. Για τους αντιπάλους της άμβλωσης, από την άλλη πλευρά, «ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής και… η σεξουαλική δραστηριότητα πρέπει να είναι σε συμφωνία… Η αντισυλληπτική νοοτροπία αρνείται τη θέλησή Του. ‘Είναι η θέλησή μου, όχι η θέλησή σου.’»

Αν η συζήτηση για την άμβλωση αυτοπεριορίζεται μόνο στο ζήτημα τού πότε ένα έμβρυο λογίζεται ως πρόσωπο, θα ήταν δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί προκαλεί τέτοια έντονα συναισθήματα ή γιατί έχει γίνει αντικείμενο πολιτικής προσοχής φαινομενικά δυσανάλογο με την εγγενή σημασία του. Αλλά η άμβλωση δεν είναι απλώς ένα ιατρικό ή ένα γυναικείο θέμα που έχει γίνει το επίκεντρο μιας ευρύτερης διαμάχης αναφορικά με τον φεμινισμό. Είναι πρώτα απ’ όλα ένα ταξικό ζήτημα. Η μελέτη της Kristin Luker πάνω στον ακτιβιστικό κύκλο και των δύο πλευρών του ζητήματος δεν αφήνει καμία αμφιβολία για αυτό. Οι γυναίκες της έρευνας υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση ήταν καλύτερης μόρφωσης και έβγαζαν περισσότερα χρήματα από ότι οι αντίστοιχες που συμμετείχαν στο κίνημα κατά των εκτρώσεων. Εργάζονταν σε διευθυντικές θέσεις και στον επιχειρηματικό τομέα. Πολλές ήταν ανύπαντρες ή διαζευγμένες, ενώ οι παντρεμένες ανάμεσά τους είχαν μικρές οικογένειες. Περισσότερο από το εξήντα τοις εκατό των γυναικών υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση – με βάση το δείγμα της Luker – δήλωσαν ότι δεν ακολουθούν καμία θρησκεία, ενώ οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αυτοπροσδιορίζονται (γενικά και αόριστα) ως Προτεστάντες. Οι ακτιβίστριες κατά των αμβλώσεων, από την άλλη πλευρά, ήταν νοικοκυρές με πολυμελείς οικογένειες. Ογδόντα τοις εκατό από αυτές πίστευαν στον Καθολικισμό. Αυτές οι διαφορές οριοθετούν τις αντιθέσεις μεταξύ δυο κοινωνικών τάξεων, η κάθε μία έχει τη δική της οπτική για τον κόσμο – η μία πρόθυμη να επιστρατεύσει τα πρόσφατα αποκτήματά της και να ολοκληρώσει τη σύγχρονη επανάσταση των αυξανόμενων προσδοκιών, η άλλη αφοσιωμένη σε μια έσχατη υπεράσπιση του «Ξεχασμένου Αμερικανού».
NOTES

1βλ.Christopher Lasch , «The True and Only Heaven: progress and its critics» , μτφρ. Παναγιώτης Καρλαγάνης«Ο αληθινός και μοναδικός Παράδεισος: Η πρόοδος και οι επικριτές της» Αθήνα 2017], 1991. USA: W.W Norton & Company. Inc. σελ. 487-492. ]

2Αυτοί οι φόβοι δεν είναι καθόλου φανταστικοί ή υπερβολικοί. Ένα άρθρο του 1970 στο περιοδικό του Ιατρικού Συλλόγου της Καλιφόρνια εξέφραζε ικανοποίηση για την αυξανόμενη αποδοχή των αμβλώσεων ως «πρότυπο του τι πρόκειται να συμβεί», προάγγελος μιας «νέας ηθικής» που θα αντικαταστήσει την ποιότητα της ζωής, εννοώντας στην πραγματικότητα την ιερότητα της ζωής. Το άρθρο προέβλεπε ότι «τα προβλήματα του ελέγχου των γεννήσεων και της επιλογής των γεννήσεων [θα] επεκταθούν αναπόφευκτα στην επιλογή του θανάτου και του ελέγχου του θανάτου» και θα οδηγήσουν στην παραδοχή της ανάγκης για «δημόσιες και επαγγελματικές αποφάσεις τού πότε και πότε όχι θα χρησιμοποιούνται σπάνιοι πόροι.»

3ΣτΜ: Με τον ορό Φιλελεύθεροι εννοούνται οι σοσιαλφιλελεύθεροι, κυρίως από Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ.

Άρθρα

Αρέσει σε %d bloggers: