Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » Poèsie sur parole

Poèsie sur parole

Άρθρα

Κάπου δύο αιώνες πριν  o Johann Christian Friedrich Hölderlin  αναρωτιόταν: «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;» Αλλά στους δύσκολους και μικρόψυχους καιρούς γράψτηκε η σπουδαία ποίηση και στον πειρασμό της παρακμής ή στους διωγμούς η ακόμη σπουδαιότερη Θεολογία.

Η Ελλάδα, ένας τόπος γεωγραφικά μικρός αλλά με τεράστιο ιστορικό βάθος, υπήρξε και παραμένει χώρα ποιητών. Από το 2013 έγινε και τόπος φιλοξενίας ποιητών από όλον τον κόσμο.

Στη δική μας δύσκολη και μικρόψυχη ευρωπαϊκή περιοχή ο Κύκλος Ποιητών -μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2011 διοργάνωσε το Τρίτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης στην Αθήνα, του οποίου στην λήξη είχαμε την χαρά να προσκληθούμε και να την παρακολουθήσουμε το Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη στον Πειραιά (Ακτή Μουτσοπούλου) .

Ένα ποιητικό φεστιβάλ που απέδειξε όπως διαπιστώσαμε στα κείμενα των ποιητών που συμμετείχαν σ’ αυτό και παρουσιάζονται σ΄ εκδοθέντα ειδικό τόμο, πως οι ποιητές είναι εδώ. Και πως η Μούσα υπάρχει στις ποικίλες μορφές της.

Η ποιητική γλώσσα βρίσκεται πέραν της συμβατικής κι επικοινωιακα χρηστικής γλώσσας, γι’ αυτό και το πεδίο της ευαισθησίας της σε όλες του τις εκφάνσεις είναι κοινό, οικουμενικό .

Με την έννοια αυτή κάθε ποίημα, σε όποια γλώσσα κι αν έχει γραφεί, αποτελεί μέρος της κοινής μας πατρίδας(Πράξεων 17,1-30). Γιατί η ποίηση βρίσκει το ρόλο της, αν είναι γνήσια και προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ζωή, συνδέοντας οργανικά τα πάντα μεταξύ τους, δίνοντας υπόσταση στην άποψη ότι ο ποιητής -δημιουργώντας εν εσόπτρω- παρεμβαίνει με την ποίησή του στην ανθρώπινη ιστορία των κοινοτήτων.

Σε έναν μη χριστιανικό και συνεπώς λιγότερο ανθρώπινο κόσμο με πρωταγωνιστή το παράλογο και την απληστία, η ποίηση αναδεικνύει το ελάχιστο, το ασήμαντο, το παραμελημένο, δηλ. το μη υλικό, το ψυχικό, το πνευματικό, το πρόσωπο μας, το πρόσωπο του άλλου-ίσως και του Άλλου- μέσα από το βλέμμα της ψυχής.

Αν της επιτρέψουμε , η ποίηση μας υπενθυμίζει ότι στη ζωή δεν ήρθαμε για να ονειρευόμαστε μόνο με ποίους τρόπους θα την απολαμβάνουμε ή θα χαιρόμαστε γι΄ αυτήν αλλά και για να την κάνουμε καλύτερη για τις επόμενες γενιές. Και ίσως αυτό είναι ο ηθικός ρόλος της εκάστοτε ποίησης: να ανοίγει μια χαραμάδα απ’ όπου περνά λίγο φως, λίγη χαρά, λίγη αισιοδοξία, λίγη λύτρωση, λίγο χρώμα και όπου η ελπίδα νικά την απελπισία.

Τα παλιά χρόνια έλεγαν πως η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, ακόμη και να φέρει επαναστάσεις. Έγιναν αρκετές και συχνά αιματηρές. Κι ό,τι άλλαξε , ξαναγεννήθηκε το ίδιο απειλητικό.

Διαβάζοντας και ερμηνεύοντας ποίηση, προσδοκούμε και πάλι σε νέες επαναστάσεις ; Σίγουρα όχι , γιατί σήμερα το απόφθεγμα αυτό δεν ισχύει.

Αλλά, το διάσημο ρητορικό ερώτημα του Hölderlin στο
ποίημα ‘’Αρτος και οίνος’’, μεταφρασμένο από τον Τάκη Παπατσώνη
ακολουθείται απο την απάντηση εκ μέρους του ίδιου του ποιητή, λίγο πιο κάτω :

Ο ι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς
του Βάκχου τους σεβασμίους
χρεωστούν να φανερώνονται
από Χώρα εις Χώραν,
εν μέσω των ιερών νυχτών .

Διαβάζοντας , λοιπόν, και ερμηνεύοντας ποίηση, κινούμαστε σε περιοχές που προσφέρονται για έμπνευση, στοχασμό, παραδειγματισμό, μίμηση ή και προσευχή.

Οι λειτουργίες αυτές κινούνται σε δυο επίπεδα: το ψυχολογικό και το πνευματικό. Με το πρώτο επίπεδο πραγματοποιείται η ψυχολογική λειτουργία της ταύτισης, κατά την οποία ο επαρκής αναγνώστης παρακινείται από την οπτική της ζωής και τις αρετές του ανθρώπινου προσώπου, όπως αναβλύζουν απ΄ τον μεταφορικό ή συμβολικό λόγο , ώστε να προοδεύσει περισσότερο τόσο στον αγώνα της ζωής όσο και στον αγώνα κατά Χριστόν, ενσωματώνοντας στη δική του προσωπικότητα αξιοζήλευτα στοιχεία της προσωπικότητας του μελετώμενου ποιητή.

Πρόκειται δηλαδή για μια διεργασία, η οποία μπορεί να λάβει χώρα και με άλλα πρόσωπα, σύγχρονα ή ιστορικά, πρόσωπα τα οποία αποτελούν για τον άνθρωπο πηγή τροποποιήσεως και βελτιώσεως της προσωπικότητάς του.

Με το δεύτερο επίπεδο το κείμενο και ο ποιητικός λόγος γίνεται σημείο αναφοράς, καθιστάμενος αφορμή ή κίνητρο δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Θεό, ο Οποίος εντός της Θ. Οικονομίας Του μας τον χάρισε · συμβάλλει η ποίηση με τον δικό της τρόπο στην κατανόηση και οικείωση αυτού του δώρου της αγάπης του Θεού προς την ανθρωπότητα, του λόγου , της γλώσσας, της ευαισθησίας και της έμπνευσης.

Οπότε η ποίηση μαζί με την Θεολογία ή για όσους δεν επιθυμούν κάτι υπερβατικότερο- η φιλοσοφία δεν είναι κάτι άχρηστο, όπως λένε τεχνοκράτες, οικονομολόγοι και μεταϋπερρεαλιστές.

Βέβαια, από την σύγχρονη μετανεωτερική ή μετασυμβολική ποίηση δεν θα πρέπει να περιμένουμε ρητές αναφορές στην Θεολογία της χριστιανικής Σωτηρίας. Τα στοιχεία αυτά μας τα παρέχει σε αφθονία η δική μας πατερική ερμηνευτική παράδοση.

Όμως, αν αναρωτηθούμε σε τι έγκειται η αξία της ερμηνευτικής και αναγνωστικής πρόσληψης της σύγχρονης ποιήσεως, την στιγμή που η μετανεωτερική εκφορά της δημιουργεί συνήθως ορισμένα αρνητικά αντανακλαστικά σε κάποιους Έλληνες ορθόδοξους αναγνώστες, εθισμένους είτε σε όντως θεολογία «μετά υψηλού κηρύγματος», είτε στην τρυφή που παρέχουν εγχειρίδια Γεροντικών πνευματικών συμβουλών, ας γίνει επιτρεπτό να διατυπωθεί κι η άποψη ότι -παρά την ανεκτίμητη αξία αυτών των έργων- χρειαζόμαστε την σύγχρονη ποίηση , την γλώσσα και την ενόραση αυτής της άλλης πνοής και του άλλου πνεύματος. Όχι για να μας διδάξουν σωτηριολογία, αλλά για να καταστήσουν πιο ευδιάκριτες τις επαρκείς -ή μη επαρκείς- ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της πορείας για την ανεύρεση σωτηρίας.

Βεβαίως ο επαρκής και ενημερωμένος αναγνώστης της σύγχρονης ποιήσεως ενδέχεται να βρει σημεία στα οποία θα διαφωνήσει ή άλλα στα οποία η παρεχόμενη ερμηνεία του ποιητικού υποκειμένου στον κτιστό ή άκτιστο κόσμο θα του φανεί ρασιοναλιστικά ανθρωποκεντρική.

Όμως, ό,τι μας φαίνεται πολύ «μετανεωτερικό» θα είναι καλό να μην το προσπεράσουμε σα να μη μας αφορά, αλλά να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε πίσω από αυτό.

Αν το αντιμετωπίσουμε με σεβασμό, χωρίς να του ζητάμε περισσότερα από όσα έχει να μας προσφέρει, θα διαπιστώσουμε ότι βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινότητά μας και στις εμπειρίες μας από πολλά άλλα γενικόλογα εγχώρια βιβλία συμβουλευτικής φύσεως, επειδή οι ευαίσθητες ψυχές των ποιητών είναι πιο ‘’ γειωμένοι’’ άνθρωποι, σε αντίθεση με τις ‘’ευσεβείς’’ συνήθειές μας να πετάμε στα σύννεφα και να μιλάμε στον νεωτερικό άνθρωπο με ξύλινη γλώσσα.

Κι επειδή, έστω κι αν οι σύγχρονοι ποιητές αγνοούν ή κάνουν ότι αγνοούν την επενέργεια της χάριτος του Αγ. Πνεύματος , η επαφή μας με την λογοτεχνία και ειδικότερα την ποίηση του 21ου αιώνα συνιστά αναγκαιότητα για την Εκκλησία μας και για την ευσέβειά μας.

Όχι για να κατέβη το θεϊκό και το ανερμήνευτο, αλλά_για να ανέβει το ανθρώπινο και το ατελές. Όχι για να «κενωθεί» το μυστήριο, αλλά για να καταστεί περισσότερο πρόθυμη η «ατελής και ταλαιπωρημένη» φύση μας να δεξιωθεί το μυστήριο και το μη ορατό.

Χωρίς να πρέπει και να αποκρύψουμε συνάμα οτι χρειαζόμαστε σε κάθε εποχή την εξωστρεφή και καλοπροαίρετη επαφή μας με την Τέχνη και την ψυχολογική πραγματικότητα της,

Οι δια βίου καταρτιζόμενοι ποιμένες και διάκονοι του λόγου ας υπηρετούν την αναγκαία ισορροπία μεταξύ της θεολογικής και της ποιητικής γλώσσας, και οι όποιες αντιφάσεις υπάρχουν πρέπει οπωσδήποτε να γεφυρωθούν, αν θέλουμε ο θησαυρός της πνευματικής εκκλησιαστικής κληρονομιάς να αξιοποιηθεί στο σήμερα (Κατα Μάρκον 2,22-23 / Κατά Ματθαίον 9,17-8 /Κατά Λουκάν 5, 37-8 ) προκειμένου να την θέσουμε πιο αποτελεσματικά στην υπηρεσία του αγιασμού μας και της Βασιλείας του Θεού.

Το μετανεωτερικό νεοελληνικό  υποκείμενο, έστω και αν έχει την ειλικρινή πρόθεση να παραμείνει πιστό στον Ιησού Χριστό κι εντός της Εκκλησίας (δύο θέματα βίου που έχουν πάψει πλέον να συνδέονται υποχρεωτικά εδώ και πενήντα έτη), ρέπει και αυτό προς τον μετανεωτερικό σουρρεαλισμό, τον νοητικό ή και τον καταστασιακό.

Ακόμη και οι πλέον ‘’σκληροπυρηνικοί’’ εκ των πιστών έχουν υποκύψει στη γοητεία του, φυσικά χωρίς να το γνωρίζουν και παρά το γεγονός ότι το απεύχονται.

Μελετώντας τις διάφορες όψεις της ανθρωπιστικής δημιουργίας και των Τεχνών θα θυμηθούμε και μια μεγάλη αλήθεια της νηπτικής μας παράδοσης: ότι πρώτα πρέπει να γίνει κανείς καλός «πρακτικός», προκειμένου να φτάσει κάποτε (αν του χαριστεί) να γίνει και «θεωρητικός».

Και ακόμη ότιαν και το ξεχνάμε αυτό κάθε φορά που αγνοούμε να μελετούμε ‘’ετεροδόξους / ετερόθρησκους’’ καλλιτέχνες και λογοτέχνες , το τίμημα θα είναι να επαναλαμβάνεται ανα γενεά το πάθημα του λαγού από τη χελώνα — χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ποιος είναι ο λαγός και ποια η χελώνα.

Άρθρα

Αρέσει σε %d bloggers: