Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Ν. Ιωνίας

Αρχική » Άρθρα » George Bernanos (1888-1948), «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» (1936).

George Bernanos (1888-1948), «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» (1936).

Άρθρα

Je n’ai jamais été jeune, parce que personne n’a voulu l’être avec moi…Je crois, je suis sûr que beaucoup d’hommes n’engagent jamais leur être, leur sincérité profonde. Ils vivent à la surface d’eux-mêmes, et le sol humain est si riche que cette mince couche superficielle suffit pour une maigre moisson, qui donne l’illusion d’une véritable destinée…S’il n’y avait que des salauds dans le monde, le Réalisme serait aussi le Bon Sens, car le Réalisme est précisément le bon sens des salauds’’.

(‘’ ‘’Δεν ήμουν ποτέ νέος, γιατί κανείς δεν ήθελε να είναι ο πλησίον μου … Πιστεύω, είμαι βέβαιος ότι πολλοί άνθρωποι δεν εξασκούν ποτέ την εν τω βάθει ύπαρξή τους, τη βαθύτατη ειλικρίνεια τους. Ζουν στην επιφάνεια του εαυτού τους και το ανθρώπινο χώμα είναι τόσο πλούσιο που αυτό το λεπτό επιφανειακό στρώμα είναι αρκετό για μια πενιχρή συγκομιδή, που δίνει την ψευδαίσθηση ενός αληθινού πεπρωμένου … Αν υπήρχαν μόνο κακοήθεις στον κόσμο, ο ρεαλισμός θα ήταν επίσης η κοινή λογική, επειδή ο ρεαλισμός είναι ακριβώς η κοινή λογική των κακοποιών»).

Eκδόθηκε στα ελληνικά (εκδ.Πόλις 2017, Αιόλου 33, 10551 Αθήνα ) το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του George Bernanos (1888-1948) «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» (1936) και αμέσως εξαντλήθηκε.

Η προσωρινά εξηντλημένη έκδοση είναι ένα «νέο» βιβλίο. Όχι μόνον επειδή μεταφράστηκε ξανά και εξαιρετικά, αλλά και γιατί τις 200 περίπου από τις 500 σελίδες του βιβλίου τις καλύπτουν τα προλεγόμενα, οι σημειώσεις, το χρονολόγιο και το επίμετρο, κι, ένα πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο του Σταύρου Ζουμπουλάκη.  Πρόκειται για αριστούργημα, που μεταφέρθηκε με επιτυχία και στον κινηματογράφο από το σκηνοθέτη Robert Bresson(1951). 

Τι είναι, αλήθεια, εκείνο που κάνει πραγματικά μεγάλο τούτο το μυθιστόρημα, στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτε, αλλά απλώς ένας χαμηλού προφίλ ιερέας καταγράφει εξομολογητικά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σε μια ενορία ενός μικρού χωριού της Γαλλίας;

Οποιος διαβάσει το μυθιστόρημα η μορφή του ανώνυμου και άρρωστου από καρκίνο ιερέα του Αμπρικούρ (Ambricourt) θα τον συνοδεύει για πάντα, θα σφηνωθεί στην ψυχή και στη σκέψη του. Στο επίμετρο του ο Σταύρος Ζουμπουλάκης το θεωρεί ως «το μεγάλο μυθιστόρημα της συμφιλίωσης».

Τι μας μένει από τα μεγάλα μυθιστορήματα; Τα πρόσωπά τους. Ξεχνάμε πολλά γεγονότα της πλοκής, αλλά τα κεντρικά πρόσωπα, τα πρόσωπα που μας συγκίνησαν, τα θυμόμαστε πάντα. Μέσα από αυτά γνωρίζουμε και ζυγίζουμε τον εαυτό μας, μέσα από αυτά καταλαβαίνουμε, όσο γίνεται να καταλάβουμε, τη ζωή και τον κτιστό κόσμο.

Ο ιερέας κρίνει τα εις εαυτόν και λέγει πολύ περισσότερα από όσα θα περίμενε κανείς από έναν συνήθη ιερέα. Και είναι σοβαρά άρρωστος, είπαμε: πάσχει από καρκίνο του στομάχου, που θα τον οδηγήσει στον θάνατο. Αυτό τον καθιστά μοναδικό ως χαρακτήρα αλλά είναι και ένα θαυμάσιο συγγραφικό εύρημα. Και όταν η αρρώστια του χειροτερεύει, τρέφεται μόνο με ψωμί που το βουτά στο κρασί.

Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να αντέξει το στομάχι του –αλλά βεβαίως έχει και συμβολική σημασία: είναι «ο άρτος και ο οίνος», το σώμα και το αίμα του Χριστού.

Τι είναι όμως μια αρρώστια του σώματος, έστω και μοιραία, σε σύγκριση με τις αρρώστιες της ψυχής; Και για ποιες αρρώστιες πρόκειται; Είναι εκείνες που έχουν φθείρει τη μικρή κοινωνία της ενορίας του, η οποία έχει απομακρυνθεί από τον Θεό.

Για την εκκλησία η ενορία είναι φυσικά και κοινωνικό κύτταρο. Ο ιερέας πηγαίνει εκεί με την ακλόνητη πίστη ότι η παρουσία του Θεού ενώνει τους ανθρώπους, ότι φρονεί ότι έχει επομένως σημαντικό έργο να επιτελέσει, ότι έχει να πει πολλά στους ενορίτες του.

Εκείνοι όμως δεν τον ακούν, μολονότι δεν είναι άθεοι. Αποτελούν μέλη της εκκλησίας και παρά ταύτα τους έχουν μολύνει οι ναρκισσιστικές αρρώστιες της νεωτερικής κοινωνίας: η κακία, η μικροψυχία, το μίσος, η απληστία, η φιλαρχία.

Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ακολουθούν το φολκλορικό τυπικό της εκκλησίας, που όμως για τους ίδιους είναι ένας απλός θεσμός, ένα καθεστώς που προστατεύει την κοινωνία, την οικογένεια και τους θεσμούς της, που διαφυλάσει την τοπική παράδοση. Δεν πιστεύουν στη μετά θάνατον ζωή, η αγάπη , η ειρήνη και η χάρις τους αφήνουν αδιάφορους.

Ο ιερέας είναι στην πράξη αδύναμος να αλλάξει οτιδήποτε –αλλά θα πρέπει να συνεχίσει να προσπαθεί. Έτσι, ρίχνει όλο το βάρος στα μικρά παιδιά. Γίνεται κατηχητής , υπεύθυνος της Νεότητος θα λέγαμε εμείς, και εξομολόγος, μολονότι αρκετά από αυτά τον κοροϊδεύουν.

Ο χριστιανός αναγνώστης του «Ημερολογίου» θα βρει πολλά από εκείνα που απασχολούν τη συνείδησή του. Ο κόσμος μέσα στον οποίο παλεύει ο εφημέριος είναι ο δικός μας (και παντοτινός) κόσμος της δύναμης, του κακού, του κυνισμού, της υποκρισίας, του κομφορμισμού, της ιδιοτέλειας, του ατομικού συμφέροντος, της νύχτας και της λάσπης. Ο Θεός έχει εξοριστεί από τη ζωή και την ψυχή ακόμη και εκείνων που τυπικά βρίσκονται στην διακονία του λόγου Του. Σε αυτόν ακριβώς τον κόσμο ο ιερέας ζει τις αγωνίες και τα διλήμματά του, τα τραύματα, τους φόβους και τις ελπίδες του, το σθένος και την ασθένειά του.

Ο ίδιος δεν είναι ούτε χαρισματικός ρήτορας ούτε ξεσηκωτικός φιλάνθρωπος, αλλά ανήκει σε εκείνα τους ΄΄ μικρούς κι ελαχίστους’’ που οι προθέσεις τους παραμένουν αγαθές, και ταλαντεύονται σε όλη τους τη ζωή μεταξύ των ορίων της άγνοιας και της απελπισίας. Δηλώνει αθώος επειδή είναι ανίκανος για μεγάλες απερισκεψίες! Κάτι που δείχνει την ταπεινότητα ως αρετή και ως μέγεθος. Είναι το αντιπαράδειγμα κληρικού, που ωστόσο είναι πιο ουσιαστικός από πολλούς άλλους δυνατούς, διαπρύσιους και καταπελτικούς.

Και στέλνει στον άνθρωπο το αισιόδοξο μήνυμα ότι, τη δύναμη για την νίκη εναντίον του εν ημίν Κακού, την αντλεί από μέσα του με τη θέληση, την προσευχή και την καταφυγή στο Θεό, από τις καταστάσεις της ψυχής που φέρνει η Θεία Χάρη. Έτσι, από το Κακό κάνει ο Θεός, πολλές φορές, να βγαίνει το Καλό, καθώς από το θάνατο προήλθε η Ανάσταση και η Ζωή.

Το ενδιαφέρον του βιβλίου, επομένως, είναι διπλό: και για αυτό το καθαυτό σημαντικό έργο του κ. Ζουμπουλάκη, από το οποίο βοηθηθήκαμε τα πλείστα, αλλά και επειδή προσφέρει στον αναγνώστη το πορτρέτο ενός συγγραφέα που υπήρξε διάσημος στην εποχή του, ξεχάστηκε μετά τον θάνατό του για μερικά χρόνια και επανέρχεται καταλαμβάνοντας οριστικά τη θέση που του ανήκει ανάμεσα στους κορυφαίους Γάλλους συγγραφείς του 20ού αιώνα.

Ο George Bernanos είναι ένας από τους μεγάλους Καθολικούς συγγραφείς της Γαλλίας του εικοστού αιώνα, όπως ο Πεγκί, ο Κλοντέλ, ο Μοριάκ. Υπήρξε και παρέμεινε ως τον θάνατό του πιστός καθολικός, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να ασκήσει δριμύτατη κριτική στην Καθολική Εκκλησία.

Οι χριστιανοί συγγραφείς από το 1800 μ.Χ και μετά ανήκουν σε όλες τις χριστιανικές ομολογίες, είναι Ορθόδοξοι (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι), Καθολικοί, Προτεστάντες. Ο George Bernanos είναι απόδειξη ότι η ελευθερία του λόγου που επικράτησε στη Γαλλία ευνόησε τους πλέον απίθανους συνδυασμούς.

Η παραπάνω απλή διαπίστωση ισχύει άραγε εξίσου και για τη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου και του 20ού αιώνα; Ποιοι απο μας φέρνουν με το πρώτο στον νου τους, όταν τίθεται μια τέτοια ερώτηση Έλληνες συγγραφείς; Ο Παπαδιαμάντης, ο Παπατσώνης και ο Πεντζίκης. Δεν αναφέρουμε τον Σαραντάρη, γιατί στην ποίησή του το χριστιανικό περιεχόμενο είναι μάλλον ασαφές. Κανείς λοιπόν από αυτούς τους κατεξοχήν χριστιανούς συγγραφείς δεν έχει μεταφυσική αγωνία, εσωτερικά διλήμματα, κανένας δεν θέτει τα μεγάλα θεολογικά ή ηθικά ζητήματα.

Ο χριστιανισμός του Παπαδιαμάντη είναι λατρευτικός, έχει ως πυρήνα του τη λατρεία του Θεού από τη μικρή κοινότητα των πενήτων, κατά τον ετήσιο λειτουργικό κύκλο. Τα παγανιστικά στοιχεία του νεοελληνικού λαϊκού χριστιανισμού όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται αλλά σαγηνεύουν κιόλας. Όποιος θέλει να δει έκτυπη τη διαφορά του κόσμου του George Bernanos από τον κόσμο του Παπαδιαμάντη, ας συγκρίνει μόνο τον επαρχιακό εφημέριο (και πολλούς άλλους ιερείς των μυθιστορημάτων του) με τους επαρχιακούς επίσης ιερείς του Παπαδιαμάντη.

Του Πεντζίκη ο χριστιανισμός, με κύρια εξαίρεση το έργο «Ο πεθαμένος και η Ανάσταση» (1944), είναι συναξαρικός και αγιολογικός, αισθητικός, και από ένα σημείο και πέρα μια θεολογική ασυνέχεια. Του Παπατσώνη, επίσης, ο χριστιανισμός, παρά τη βαθιά Καθολική αγωγή και παιδεία του, ήταν και αυτός κυρίως εορτολογικός και λειτουργικός, με τόνο δοξολογικό.

Μόνη εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα υπήρξε ο Γιώργος Θεοτοκάς («Ασθενείς και Οδοιπόροι», 1964, «Οι καμπάνες», 1970), γεγονός που οφείλεται προφανώς στο ότι μεταστράφηκε στον χριστιανισμό σε ώριμη ηλικία, έπειτα από προσωπική αγωνία και αναζήτηση. Το όνομα του Θεοτοκά πάντως δεν είναι από τα πρώτα που θα μας έρθουν στον νου, όταν έχουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέσαμε, γιατί δεν τον συνδέουμε πρωτίστως με τον χριστιανισμό, αλλά με άλλα μοντερνιστικά ρεύματα και επιδιώξεις.

Η απουσία τέτοιων χριστιανών συγγραφέων από τη λογοτεχνία μας, σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξη, διότι ο χριστιανισμός κοινωνικά άντεξε και αντέχει περισσότερο στην Ελλάδα από όσο στις άλλες δυτικές χώρες. H απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην απουσία ίσως ενός ουσιαστικού χριστιανικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού, με τον οποίο θα μπορούσε να συνομιλεί η νεωτερική ελληνική λογοτεχνία, η οποία ασχολείται με την αναζήτησή του Θεού, αλλά πολιορκεί τη θρησκευτικότητα κι επιχειρεί να δει πώς βιώνεται χωρίς να φθάνει στην πίστη.

 

Άρθρα

Αρέσει σε %d bloggers: